Κεντρική Ελλάδα

Στάθης Σαράντης: «Μια αναπάντεχη συνάντηση»

Ήταν πολύ πρωί, λίγο πριν χαράξει. Η φθινοπωρινή βροχή είχε κοπάσει κάπως, μα ο αέρας ήταν δυνατός και έκοβε σαν ξυράφι. Ο καφενές «Η Ωραία Ελλάς» ήταν ακόμα κλειστός, με τα φώτα σβηστά και τις καρέκλες ανάποδα πάνω στα τραπέζια. Μόνο μια λάμπα στο βάθος, πάνω από τον πάγκο, έκαιγε, σαν να κρατούσε συντροφιά στον κυρ-Μήτσο που είχε έρθει από τα χαράματα να τακτοποιήσει το μαγαζί.

Κάτω από την τέντα, μαζεμένος σε μια γωνία, ένας άνθρωπος περίμενε. Δεν ζητούσε τίποτα. Περίμενε απλώς να περάσει η νύχτα, να ξημερώσει, να ζεστάνει λίγο ο ήλιος. Δίπλα του, δύο σακούλες με την πραμάτεια του — ό,τι είχε απομείνει από μια ζωή που κάποτε ήταν γεμάτη. Τα ρούχα του παλιά, αλλά καθαρά. Προσπαθούσε να γίνει αόρατος σε μια κοινωνία που δεν έδειχνε έτσι και αλλιώς κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Κι ήταν, για όλους αόρατος. Εκτός από τον κυρ-Μήτσο.

Το έμπειρο και κοφτερό μάτι του καφετζή τον πήρε χαμπάρι. Άνοιξε την πόρτα της «Ωραίας Ελλάς» και φώναξε:

— «Έλα μέσα, Χριστιανέ μου. Θα βραχείς εδώ έξω. Έλα να πιεις ένα ζεστό.»

Ο άνθρωπος σήκωσε το κεφάλι. Είχε μάτια που είχαν δει πολλά και είχαν σταματήσει να εκπλήσσονται. Κοίταξε τον κυρ-Μήτσο, μετά την πόρτα, μετά πάλι τον κυρ-Μήτσο.

— «Δεν θέλω να ενοχλώ», ψέλλισε.

— «Με ενοχλείς που κάθεσαι στη βροχή και μου χαλάς την αισθητική της γειτονιάς», του απάντησε ο Μήτσος με κείνο το βραχνό, πατρικό του ύφος. «Μπες μέσα, λέμε. Δεν θα σε φάω. Τσάι έχω, κουβέντα έχω, και κάτι λιγοστό για το στομάχι. Έλα.»

Ο άνθρωπος μάζεψε τα υπάρχοντά του — δύο σακούλες, μια ζωή — και μπήκε. Κάθισε στο πιο απομακρυσμένο τραπέζι, δίπλα στο καλοριφέρ που δεν είχε ανάψει, και με τις τιμές του πετρελαίου να είναι στα ύψη, ένας θεός ξέρει πότε θα άναβε. Ο κυρ-Μήτσος πήγε πίσω από τον πάγκο, έβαλε νερό να βράσει και σε λίγο του έφερε μια κούπα με ζεστό τσάι του βουνού, συνοδευόμενο από μερικές ελιές και λίγο φρέσκο ψωμί, που είχε πάρει από τον φούρνο καθώς ερχότανε. Κάθισε απέναντί του, χωρίς να ρωτήσει.

— «Πώς σε λένε;»

— «Αλέξη. Κάποτε με φώναζαν Αλέξανδρο.»

— «Αλέξη, ε; Ωραίο όνομα. Αλέξανδρος, δηλαδή. Μεγάλο όνομα. Τι δουλειά έκανες;»

Ο Αλέξης κοίταξε το τσάι του. Το χέρι του έτρεμε ελαφρά. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να ετοιμαζόταν να βγάλει ένα βάρος από μέσα του.

— «Ήμουν… έμπορος. Έφερνα εμπορεύματα από την Αίγυπτο. Είχα μια εταιρεία, τρία γραφεία, ένα σπίτι στην Κηφισιά. Και μια γυναίκα. Τη Μαρίνα.»

— «Κηφισιά, ε; Πολλά δέντρα, πολλά φράγκα και πολλή ψηλά η μύτη, ρε αδερφέ. Εμείς εδώ στο πεζοδρόμιο πίνουμε τον καημό μας με δόσεις», είπε ο Μήτσος και άναψε ένα τσιγάρο και περίμενε.

— «Τη Μαρίνα, την γνώρισα σε ένα ταξίδι στην Αλεξάνδρεια. Ελληνίδα στην καταγωγή. Χορεύτρια. Ήταν όμορφη σαν ψέμα. Ψηλή, ξανθιά, που άμα τη κοιτούσες πάθαινες εγκεφαλικό στο δευτερόλεπτο. Μάτια-μαγνήτες. Σου ‘λεγαν “έλα δω, κορόιδο, να σε κάνω ασανσέρ”. Την ερωτεύτηκα παράφορα. Της τα έδωσα όλα. Όχι, λάθος. Της τα έδωσα όλα όσα είχα, αλλά αυτή ήθελε περισσότερα. Ήθελε το «όλα» το δικό μου και των άλλων. Ήθελε να την βλέπουν, να τη ζηλεύουν. Και για να το πετύχει, έπρεπε να με μικρύνει. Να με κάνει σκιά της.»

Ήπιε μια γουλιά τσάι. Ήταν ζεστό, με μια γεύση βουνίσια, σαν χορτάρι και μέλι. Πρώτη φορά μετά από μέρες ένιωθε κάτι να τον ζεσταίνει από μέσα.

— «Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα. Δεν έδινα σημασία. Μου έλεγε ότι οι φίλοι μου ήταν τεμπέληδες, ότι οι συνεργάτες μου την κοιτούσαν περίεργα. Ότι εγώ δεν είχα φιλοδοξία. Μετά άρχισε να ανακατεύεται στη δουλειά. Να παίρνει τηλέφωνα, να αλλάζει συμφωνίες, να βάζει τον ξάδερφό της στο λογιστήριο. Εγώ, χαζός, νόμιζα ότι με βοηθούσε. Ότι με αγαπούσε και με νοιαζότανε.»

«Μια μέρα, γύρισα σπίτι και βρήκα τα πάντα άδεια. Τα έπιπλα, τα ρούχα της, τα χαρτιά. Και ένα σημείωμα: “Δεν σου αξίζω. Φεύγω”. Αλλά δεν έφυγε μόνο αυτή. Είχε πάρει μαζί της την εταιρεία, τα λεφτά, το σπίτι. Μου τα σήκωσε όλα. Εταιρείες, λογαριασμούς, μέχρι και τα πόμολα από τις πόρτες που λένε. Είχε βάλει την υπογραφή μου σε χαρτιά που δεν θυμόμουν να υπέγραψα. Είχε κάνει τον ξάδερφό της διευθύνοντα σύμβουλο. Και μένα, με είχε αφήσει με ένα χρέος στην εφορία που δεν μπορούσα να πληρώσω.»

Ο Μήτσος έσβησε το τσιγάρο και μετά άναψε ένα ακόμη.

— «Και δεν πήγες στην αστυνομία;»

— «Πήγα. Αλλά ποιος θα πιστέψει έναν άνθρωπο που τα έχασε όλα από μια γυναίκα που ήξερε πως να κλαίει στην τηλεόραση; Έριχνε το δάκρυ κορόμηλο. Έγινε η ζωή μου σίριαλ για να μασουλάνε πασατέμπο και ποπ-κορν οι νοικοκυρές στα μπαλκόνια. «Έγινα ο άντρας που κακοποιούσε την όμορφη γυναίκα του». Εγώ, ο κακοποιητής. Αυτή, το θύμα. Μου χρέωσαν και τα δικαστικά έξοδα. Μετά από ένα χρόνο, ήμουν στο δρόμο.»

Ο Μήτσος τον κοίταξε στα μάτια. Κάτι τον έτρωγε, κάτι του θύμιζε αυτός ο άνθρωπος, μα δεν μπορούσε να το πιάσει. Ένα όνομα, μια φωνή, ένα βλέμμα από τα παλιά.

— «Και δεν έχεις κανέναν;» τον ρώτησε σιγά. «Κανέναν δικό σου άνθρωπο;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε πικρά και κοίταξε το ποτήρι του.

— «Κανέναν».

— «Κανέναν; Ούτε αδέρφια, ούτε συγγενείς, ούτε φίλους;»

— «Δεν είχα ποτέ αδέρφια. Ούτε ανήψια, ούτε μακρινούς συγγενείς. Γονείς δεν πρόλαβα να τους θυμηθώ — έφυγαν νωρίς. Φίλους… είχα κάποτε. Αλλά όταν πήρα την απόφαση να φύγω για την Αλεξάνδρεια, στην Αίγυπτο, για να στήσω την εταιρεία μου, τους άφησα όλους πίσω. Ήμουν νέος, φιλόδοξος, και νόμιζα πως οι φιλίες μπορούν να περιμένουν. Δεν περιμένουν, χάθηκαν οι δρόμοι μας. Είχα έναν φίλο, έναν μονάχα, από τον στρατό. Τον Δημήτρη. Τον αγαπούσα σαν αδερφό. Αλλά μετά… μετά ήρθε η Αλεξάνδρεια, ήρθαν οι δουλειές, ήρθε και η Μαρίνα. Και τον Δημήτρη τον έχασα από τα μάτια μου. Δεν ξέρω ούτε αν ζει. Σαράντα χρόνια σχεδόν. Σαράντα χρόνια χωρίς μια κουβέντα.»

Ο κυρ-Μήτσος έμεινε ακίνητος. Το τσιγάρο στο τασάκι είχε σβήσει προ πολλού. Τα μάτια του είχαν καρφωθεί στον Αλέξη, μα έβλεπαν κάτι άλλο. Έβλεπαν έναν νεαρό φαντάρο, κάπου στα χρόνια τα παλιά, να του δίνει έναν φάκελο με λεφτά και να του λέει “πάρ’ τα, ρε Δημήτρη, και άνοιξε το μαγαζάκι σου. Θα μου τα δώσεις όταν μπορέσεις. Κι αν δεν μπορέσεις, μη μου τα δώσεις ποτέ”.

— «Αλέξη…» είπε σιγά, και η φωνή του έτρεμε. «Το μαγαζί…αυτό… πώς είναι τ’ όνομά σου το επώνυμο;»

— «Γιατί;»

— «Πες μου, σε παρακαλώ. Ποιο είναι μου το επώνυμό σου;»

— «Αλεξίου. Αλέξανδρος Αλεξίου».

Ο Μήτσος σηκώθηκε όρθιος λες και τον πέταξε ελατήριο. Η καρέκλα γκρεμίστηκε πίσω του με θόρυβο. Οπισθοχώρησε, σαν να είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι. Κοίταξε τον Αλέξη, τον μέτρησε από πάνω μέχρι κάτω με μάτια ορθάνοιχτα. Αυτά τα μάτια, αυτό το κούτελο… Το βλέμμα. Ήταν το ίδιο εκείνο πεισματάρικο βλέμμα που του έκλεινε το μάτι από το παρελθόν, κι αυτός τόση ώρα δεν μπορούσε να το αναγνωρίσει.

— «Αλεξίου…» ψιθύρισε και η φωνή του βγήκε σαν να ‘χε καταπιεί τσιμέντο. «Αλέξανδρος Αλεξίου. Εσύ είσαι λοιπόν! Το φιλαράκι μου ο Αλέξανδρος. Ο αδερφός μου, από το σύνταγμα, που μοιραζόμασταν την κουραμάνα και καπνίζαμε το ίδιο τσιγάρο. Ο μοναδικός που με πίστεψε και μου ‘δωσε τα λεφτά να ανοίξω τούτο δω το μαγαζάκι, τότε που για τους άλλους ήμουν ένα τίποτα, ένα μηδενικό χωρίς δεκάρα στην τσέπη!»

Ο Αλέξης σηκώθηκε κι αυτός, αργά, με τα χέρια του να τρέμουν πάνω στο τραπέζι.

— «Τι είπες;»

— «Εγώ είμαι, ρε Αλέξη. Εγώ. Ο Δημήτρης. Ο φίλος σου από τον στρατό. Αυτός που σου χρωστάει το μαγαζί, τη δουλειά μου, τη ζωή μου. Σαράντα χρόνια σε ψάχνω. Ρώτησα, έστειλα γράμματα, πήγα σε διευθύνσεις που μου ‘χαν πει. Όλα άδεια. Και να ‘σαι τώρα εδώ, κάτω απ’ την τέντα μου, να μου λες πως δεν έχεις κανέναν.»

Ο Αλέξης έμεινε να τον κοιτάζει. Τα χείλη του κινήθηκαν μα δεν βγήκε φωνή. Ένα δάκρυ κύλησε, μετά δεύτερο, μετά ποτάμι. Κάθισε πάλι κάτω, βαριά, σαν να του ‘φυγε όλη η δύναμη μαζί με την ανάσα.

— «Δημήτρη…φίλε μου…» ψέλισε.

— «Κόψε τις φιλοσοφίες», του λέει ο Μήτσος και τον πιάνει από τον ώμο για να τον στυλώσει. «Τέρμα τα λόγια. Πήρες τη δόση σου από τσάι, έφαγες και το ψωμάκι, τώρα τράβα πάνω να ρίξεις έναν ύπνο της προκοπής. Μετά όταν νιώσεις ξεκούραστος, θα σηκωθείς, θα ξυριστείς, θα σουλουπωθείς, θα κατεβείς να τσιμπήσουμε και θα τα πούμε όλα χαρτί και καλαμάρι. Και έχουμε πολλά να πούμε φίλε. Ξέχνα τη μοναξιά, Αλέξη. Τέλος. Κι ας μην το ξέραμε τόσα χρόνια, η μοίρα είχε κάνει το κουμάντο της. Ο Θεός είχε βάλει ρεζερβέ σε τούτη δω την καρδιά για σένα», είπε με ένα πλατύ χαμόγελο, «και δεν σήκωνε κουβέντα για άλλον».

Ο Αλέξης έγειρε το κεφάλι στον ώμο του φίλου του και έκλαψε. Όχι σαν άντρας που έχασε, μα σαν άνθρωπος που βρήκε. Ο Μήτσος τον κρατούσε και κοίταζε έξω απ’ το τζάμι, όπου το πρώτο φως της μέρας άρχιζε να σκάει πάνω στα βρεγμένα πλακάκια. Η «Ωραία Ελλάς» μύριζε τσάι του βουνού, ψωμί ζεστό και ανθρωπιά. Κι έξω, η βροχή είχε σταματήσει πια. Ο ήλιος έλαμπε ξανά.