Κόσμος

Πoλεμικές «Φαντασιώσεις» που προκαλούν ανησυχία: «Σε μία εβδομάδα θα αλλάξουν τα Νησιά χέρια»

Μια ιδιαίτερα επικίνδυνη κλιμάκωση της τουρκικής πολεμικής ρητορικής βρίσκεται πλέον στο προσκήνιο, καθώς απόψεις που διατυπώνονται από πρόσωπα με ισχυρές διασυνδέσεις με το περιβάλλον του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περιγράφουν ένα ακραίο σενάριο ταυτόχρονης αντιπαράθεσης της Τουρκίας με τρεις αντιπάλους: το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.

Οι αναφορές του Ιμπραήμ Καραγκιούλ, διευθυντή της «Γενί Σαφάκ» και δημοσιογράφου που έχει διατηρήσει στενές σχέσεις με το τουρκικό προεδρικό περιβάλλον, ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια μιας συνηθισμένης επιθετικής πολιτικής τοποθέτησης.

Περιγράφουν ένα πολεμικό σενάριο στο οποίο η Άγκυρα θα επιχειρούσε να ανοίξει ταυτόχρονα μέτωπα στο Αιγαίο, στην Κύπρο και απέναντι στο Ισραήλ.

Είναι προφανές ότι τέτοιες αναφορές δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη ύπαρξης συγκεκριμένου τουρκικού στρατιωτικού σχεδίου.

Ωστόσο, δεν μπορούν και να αγνοηθούν, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από έναν δημοσιογράφο που κινείται κοντά στην τουρκική εξουσία και όταν το περιεχόμενό τους περιλαμβάνει ευθείες αναφορές σε αλλαγή συνόρων, κατάληψη ελληνικών νησιών, στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο και πλήγματα εναντίον του Ισραήλ.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ακριβώς η λογική της ταυτόχρονης σύγκρουσης. Η τουρκική ρητορική εμφανίζεται να αντιμετωπίζει ως πιθανό ένα σενάριο στο οποίο η Άγκυρα θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με τρεις διαφορετικούς αντιπάλους την ίδια περίοδο: το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κύπρο.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά επικίνδυνη αντίληψη στρατηγικής συμπεριφοράς. Μια Τουρκία που θα επέλεγε να ανοίξει ταυτόχρονα μέτωπο απέναντι στο Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία θα αναλάμβανε ένα τεράστιο στρατιωτικό και πολιτικό ρίσκο, καθώς θα έπρεπε να διαχειριστεί διαφορετικά μέτωπα, διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις και έναν αντίπαλο συνασπισμό με σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες.

Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν αποτελούν δύο απομονωμένες χώρες στο γεωπολιτικό κενό. Η Αθήνα διαθέτει στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναπτύξει επίσης στενούς δεσμούς με το Τελ Αβίβ.

Έτσι, η ίδια η επιθετική ρητορική της Άγκυρας δημιουργεί το παράδοξο να ενισχύει ακριβώς εκείνες τις συνεργασίες που υποτίθεται ότι θέλει να περιορίσει.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό αλλά εξαιρετικά σοβαρό: τι θα συνέβαινε εάν η Τουρκία επιχειρούσε να μετατρέψει τη συγκεκριμένη πολεμική ρητορική σε πραγματική στρατιωτική ενέργεια;

Ένα ταυτόχρονο μέτωπο με το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κύπρο θα αποτελούσε εντελώς διαφορετική υπόθεση από τις συνήθεις τουρκικές απειλές και τις κινήσεις πίεσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Θα απαιτούσε από την Άγκυρα να διαχειριστεί μια σύγκρουση σε πολλαπλά γεωγραφικά πεδία, με τεράστιες απαιτήσεις σε αεροπορικές, ναυτικές και πυραυλικές δυνατότητες.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση του τουρκικού πολεμοχαρούς αφηγήματος. Η Άγκυρα εμφανίζεται να περιγράφει με εντυπωσιακή ευκολία την κατάληψη ελληνικών νησιών, την επέμβαση στην Κύπρο και την ταυτόχρονη αντιπαράθεση με το Ισραήλ, σαν ένας πόλεμος τέτοιας κλίμακας να μπορούσε να εξελιχθεί σύμφωνα με ένα απλό σενάριο που γράφεται σε μια εφημερίδα.

Η πραγματικότητα, όμως, ενός πολέμου είναι πολύ διαφορετική από τους χάρτες και τις πολεμικές φαντασιώσεις των δημοσιογράφων.

Μια επίθεση εναντίον της Ελλάδας θα σήμαινε άμεση εμπλοκή σε μια σύγκρουση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Μια νέα στρατιωτική επιχείρηση στην Κύπρο θα άνοιγε ένα ακόμη μέτωπο, με τεράστιες διεθνείς και πολιτικές συνέπειες.

Και μια παράλληλη σύγκρουση με το Ισραήλ θα πρόσθετε ένα τρίτο μέτωπο, απέναντι σε μια χώρα με εξαιρετικά ισχυρή αεροπορική, πυραυλική και τεχνολογική δυνατότητα.

Με άλλα λόγια, το σενάριο που παρουσιάζεται από την τουρκική πολεμική ρητορική θα μπορούσε να μετατρέψει την ίδια την Τουρκία από χώρα που ασκεί πίεση σε πολλαπλά μέτωπα σε χώρα που βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εξαιρετικά σύνθετο και επικίνδυνο πόλεμο.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στην τουρκική ρητορική επανέρχονται διαρκώς αναφορές σε ελληνικά νησιά, στη Δυτική Θράκη και στην Κύπρο.

Οι αναφορές αυτές δεν αποτελούν πλέον απλώς διπλωματικές διαφωνίες. Όταν συνοδεύονται από σενάρια στρατιωτικής επέμβασης και αλλαγής συνόρων, μετατρέπονται σε εξαιρετικά επικίνδυνη ρητορική που μπορεί να τροφοδοτήσει εθνικισμό, ένταση και λανθασμένους υπολογισμούς.

Ιδιαίτερα προκλητικές είναι οι αναφορές στην Κύπρο και στην ιδέα ότι όσα συνέβησαν το 1974 θα μπορούσαν κάποτε να «ολοκληρωθούν».

Η ιστορική μνήμη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο δεν μπορεί να μετατρέπεται σε βάση για νέες πολεμικές απειλές.

Οποιαδήποτε απόπειρα επανάληψης μιας τέτοιας στρατιωτικής ενέργειας θα δημιουργούσε μια νέα κρίση τεράστιων διαστάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Την ίδια στιγμή, η αναφορά σε πιθανή επίθεση εναντίον του Ισραήλ αποκαλύπτει πόσο μακριά μπορεί να οδηγήσει η συγκεκριμένη πολεμική λογική. Η Τουρκία δεν θα αντιμετώπιζε πλέον ένα μεμονωμένο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Θα έπρεπε να υπολογίσει τις συνέπειες μιας ευρύτερης σύγκρουσης με μια από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα θα είχε ανοιχτό μέτωπο με Ελλάδα και Κύπρο.

Το σενάριο των τριών αντιπάλων είναι, επομένως, το σημείο στο οποίο η τουρκική πολεμική ρητορική συναντά τη σκληρή πραγματικότητα της στρατηγικής.

Μπορεί η Άγκυρα να απειλεί, να προειδοποιεί και να επιχειρεί να δημιουργεί τετελεσμένα μέσω της ρητορικής της. Όμως ένας πραγματικός πόλεμος δεν είναι επικοινωνιακή άσκηση.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να αντιμετωπίζει τέτοιες τοποθετήσεις με τη μέγιστη σοβαρότητα, χωρίς όμως να παρασύρεται σε πανικό.

Η αποτροπή δεν οικοδομείται με κραυγές ούτε με πολεμική υστερία. Οικοδομείται με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, διπλωματικές συμμαχίες, σαφείς κόκκινες γραμμές και αξιόπιστη προετοιμασία.

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα για την Αθήνα. Η πολιτική των «ήρεμων υδάτων» μπορεί να έχει τη χρησιμότητά της ως διπλωματικό εργαλείο, δεν μπορεί όμως να μετατραπεί σε αυταπάτη ότι η επιθετική ρητορική της Άγκυρας θα εξαφανιστεί από μόνη της.

Όταν στην άλλη πλευρά του Αιγαίου εμφανίζονται δημόσια σενάρια για κατάληψη ελληνικών νησιών, επέμβαση στην Κύπρο και πολεμική αντιπαράθεση με το Ισραήλ, η Αθήνα οφείλει να βλέπει τη μεγάλη εικόνα.

Το πιο επικίνδυνο ενδεχόμενο για την ίδια την Τουρκία θα ήταν να πιστέψει τις πολεμικές φαντασιώσεις που καλλιεργούν ορισμένοι κύκλοι της. Γιατί μια σύγκρουση με έναν αντίπαλο είναι δύσκολη.

Μια σύγκρουση με δύο είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Μια ταυτόχρονη πολεμική αναμέτρηση με Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ θα μπορούσε να εξελιχθεί σε στρατηγικό εφιάλτη για οποιαδήποτε κυβέρνηση επιχειρούσε να την προκαλέσει.

Η Άγκυρα μπορεί να επενδύει στην εικόνα μιας περιφερειακής υπερδύναμης. Όμως η πραγματική ισχύς μετριέται όχι από το πόσους αντιπάλους μπορείς να απειλήσεις, αλλά από το αν μπορείς να υπολογίσεις το κόστος μιας σύγκρουσης πριν την προκαλέσεις.

Και ένα πολεμικό μέτωπο που θα συνέδεε Αιγαίο, Κύπρο και Ισραήλ θα ήταν ακριβώς το είδος της σύγκρουσης που θα μπορούσε να ξεπεράσει κάθε τουρκικό υπολογισμό.

Οι πολεμοχαρείς κύκλοι της Άγκυρας μπορούν να σχεδιάζουν χάρτες πάνω στο χαρτί. Η πραγματικότητα, όμως, ενός πολέμου δεν σχεδιάζεται σε γραφεία εφημερίδων.

Και αν κάποτε επιχειρηθεί να μετατραπεί αυτή η ρητορική σε στρατιωτική πράξη, το μεγαλύτερο ερώτημα ίσως δεν είναι πόσο θα πληγούν οι αντίπαλοι της Τουρκίας, αλλά πόσο βαρύ θα είναι το τίμημα που θα κληθεί να πληρώσει η ίδια η Τουρκία για έναν πόλεμο που θα έχει επιλέξει να ανοίξει ταυτόχρονα σε τρία μέτωπα.