Με αιχμή τις πρώτες μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού, ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε την εβδομαδιαία ανασκόπησή του εστιάζοντας στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναπτύχθηκαν τα πύρινα μέτωπα.
Ο πρωθυπουργός επέλεξε να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στις ακραίες καιρικές συνθήκες και στους θυελλώδεις ανέμους, περιγράφοντας μια μάχη που, όπως υποστήριξε, «ξεπερνά κάθε ανθρώπινο σχεδιασμό».
Παράλληλα, σημείωσε ότι όταν οι άνεμοι πνέουν με τέτοια ένταση, ακόμη και τα δεκάδες διαθέσιμα εναέρια μέσα δεν μπορούν να επιχειρήσουν με ασφάλεια.
Αναφερόμενος στις ζημιές που προκλήθηκαν, διαβεβαίωσε ότι τα κλιμάκια της Πυροσβεστικής και της Κρατικής Αρωγής θα βρεθούν άμεσα δίπλα στους πληγέντες για την καταγραφή των καταστροφών και την παροχή της κρατικής στήριξης.
Ωστόσο, πίσω από την πρωθυπουργική αφήγηση περί «ακραίων φαινομένων» παραμένουν στο προσκήνιο οι επίμονες καταγγελίες των ίδιων των πυροσβεστών.
Ενώ η κυβέρνηση προβάλλει τις επενδύσεις στην Πολιτική Προστασία και κάνει λόγο για ενισχυμένα μέσα και προσωπικό, οι άνθρωποι της πρώτης γραμμής μεταφέρουν μια τελείως διαφορετική εικόνα.
Μιλούν ανοιχτά για διαχρονικές ελλείψεις, παλαιωμένο εξοπλισμό, σοβαρή υποστελέχωση και εξαντλητικά ωράρια.
Επισημαίνουν δε ότι η προληπτική διαχείριση παραμένει περιορισμένη, με αποτέλεσμα το βάρος της κατάσβεσης να πέφτει δυσανάλογα στις επίγειες δυνάμεις, ειδικά τις ώρες που τα εναέρια μέσα καθηλώνονται λόγω καιρού.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιμονή της κυβέρνησης να επικαλείται τα όρια της φύσης και τις αντοχές του κρατικού μηχανισμού εκλαμβάνεται συχνά ως προσπάθεια αποποίησης των πολιτικών ευθυνών.
Το κρίσιμο ερώτημα που παραμένει αμείλικτο είναι για ποιο λόγο η έμφαση συνεχίζει να δίνεται εκ των υστέρων στην καταστολή αντί για την πρόληψη, σε μια χώρα που δοκιμάζεται σταθερά και επαναλαμβανόμενα από καταστροφικές πυρκαγιές.






