Οταν ένα έργο υποδομής ξεκινάει στις αρχές της δεκαετίας του ’90, βαφτίζεται με τυμπανοκρουσίες “Ολυμπιακό” για να προλάβει υποτίθεται το τρένο του 2004, και φτάνει στο 2026 χωρίς να έχει ολοκληρωθεί ούτε κατά το ήμισυ, δεν μιλάμε πλέον για γραφειοκρατική καθυστέρηση ή τεχνική αστοχία.
Μιλάμε για το απόλυτο, διαχρονικό μνημείο πολιτικής ανεπάρκειας.
Στη Μαγνησία, η σκυτάλη της ευθύνης άλλαξε πολλά χέρια ανάμεσα στα κόμματα εξουσίας.
Από την εποχή της Ροδούλας Ζήση, του Αλέκου Βούλγαρη, του Κώστα Καρτάλη και του Γιώργου Σούρλα, μέχρι τη σημερινή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της Ζέττας Μακρή, του Χρήστου Τριαντόπουλου και του Χρήστου Μπουκώρου, αλλά και του Κωστάκη Αγοραστού σαν Περιφερειάρχη, η διαχείριση του Περιφερειακού του Βόλου αποτελεί ένα σεμινάριο πολιτικού εμπαιγμού.
Οι γενιές των τοπικών βουλευτών διαδέχονται η μία την άλλη, οι βουλευτικοί τίτλοι περιφέρονται με περηφάνια στα τοπικά πηγαδάκια, τα δελτία τύπου περισσεύουν, αλλά το μπετόν μένει μισό.
Η αντίθεση είναι σχεδόν εξοργιστική…
Την ώρα που το βασικότερο έργο αποσυμφόρησης της πόλης σέρνεται σαν το Γεφύρι της Άρτας επί 35 χρόνια, οι πολιτικοί ταγοί της περιοχής δεν διστάζουν να σχεδιάζουν και να εξαγγέλλουν νέα “μέγαρα” και φαραωνικές αναπλάσεις.
Η ευκολία με την οποία οραματίζονται νέα κτίρια, αγνοώντας επιδεικτικά τα εργοτάξια-φαντάσματα που οι ίδιοι και οι προκάτοχοί τους δημιούργησαν, δείχνει αν μη τι άλλο πλήρη αποκοπή από την πραγματικότητα.
Το κομματικό δυναμικό της Μαγνησίας αποδείχθηκε διαχρονικά ικανότατο στο να κεφαλαιοποιεί τον Περιφερειακό πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση, αλλά παντελώς ανίκανο να τον παραδώσει στους πολίτες.
Πριν από την επόμενη εξαγγελία, την επόμενη κορδέλα σε κάποια μακέτα ή τον επόμενο σχεδιασμό κάποιου λαμπερού μεγάρου, ίσως θα έπρεπε να προηγηθεί μια γενναία δόση αυτοκριτικής.
Οχι για τα έργα που υπόσχονται, αλλά για τη συλλογική, θεσμική τους ανεπάρκεια απέναντι σε μια πόλη που την άφησαν κυκλοφοριακά όμηρο της δικής τους αδράνειας.
Γιώργος Κουμιώτης






