Η πολιτική σκηνή του Βόλου δεν έζησε ποτέ σε κατάσταση πλήρους ησυχίας, αλλά η τελευταία τοποθέτηση του Αχιλλέα Μπέου για τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις προς την Ουκρανία κατάφερε να ανάψει πάλι τα αίματα.
Ο Δήμαρχος Βόλου—ένας παράγοντας με διαδρομή που εκτείνεται από τον αθλητισμό μέχρι τα τοπικά και εθνικά ΜΜΕ—αποφάσισε να βγει στα “ανοιχτά” της διεθνούς επικαιρότητας, βάζοντας στο στόχαστρο τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών.
Οπως ήταν αναμενόμενο, το σχόλιό του προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις στην πόλη.
Οι επικριτές του έσπευσαν να σταθούν στη λεπτομέρεια, κατηγορώντας τον για θεσμική σύγχυση ανάμεσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αποδίδοντάς του γραφικότητα.
Από την άλλη, οι υποστηρικτές του βλέπουν απλώς έναν πολιτικό που δεν διστάζει να εκφράσει ανοιχτά αυτό που πολλοί σκεφτονται, χωρίς να υπολογίζει “πολιτικές ορθότητες” ή γραφειοκρατικές λεπτομέρειες.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο σε όλη αυτή την αντιπαράθεση δεν είναι τελικά αν ο Δήμαρχος μπέρδεψε τους διαδρόμους των Βρυξελλών ή τα θεσμικά όργανα.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η αστυνόμευση του λόγου.
Οταν κάποιος τολμά να βγει εκτός του εγκεκριμένου “σαβουάρ βίβρ” και να αμφισβητήσει κεντρικές ευρωπαϊκές επιλογές, το σύστημα δεν απαντά επί της ουσίας, καταφεύγει αμέσως στη συνήθη τακτική.
Ψάχνει το τυπικό ατόπημα, την υφολογική υπερβολή ή τη λεκτική παραδρομή για να κολλήσει την ταμπέλα της “γραφικότητας” και να ακυρώσει την άποψη στην πηγή της.
Η τακτική αυτή είναι γνωστή…
Οταν δεν βολεύει το μήνυμα, επιτίθεσαι στον κομιστή.
Οριοθετείς τα πλαίσια της συζήτησης, ορίζεις τι είναι “σοβαρό” και τι “λαϊκισμός” και εξοβελίζεις όποιον μιλά έξω από τα δόντια.
Μπορεί ο λόγος του Αχιλλέα Μπέου να ενοχλεί την πολιτική ορθότητα των γραφειοκρατών, αλλά η ευκολία με την οποία επιχειρείται η σίγαση κάθε αντίθετης φωνής μέσω της χλεύης λέει πολύ περισσότερα για το ίδιο το σύστημα παρά για εκείνον που εκφράζεται ελεύθερα.
Γιώργος Κουμιώτης
