Κεντρική Ελλάδα

Κάθε Δευτέρα – Κάτω από το χαλί – Το DNA της Ρήξης και η Υστεροφημία του Αντώνη – Toυ Στάθη Σαράντη

Πώς η δημοσκοπική κατάρρευση της Νέας Δημοκρατίας μετατρέπει την κίνηση Σαμαρά από αντάρτικο σε ιστορική ανατροπή.

Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν βρίσκεται απλώς σε πολιτική φθορά, βρίσκεται σε δημοσκοπική καθίζηση. Το 25% που της αποδίδουν πλέον οι σοβαρές μετρήσεις –με τάσεις περαιτέρω μείωσης– δεν είναι ένα τυχαίο νούμερο. Είναι η απόδειξη ότι το κυβερνών κόμμα έχει χάσει τη σύνδεσή του με ένα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής εκλογικής του βάσης. Η ακρίβεια, τα ατελείωτα σκάνδαλα, τα εθνικά θέματα, η κοινωνική ατζέντα και η φθορά της εξουσίας έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα δυσαρέσκειας.

Σε αυτό ακριβώς το τοπίο –ένα τοπίο όπου η ΝΔ αιμορραγεί χωρίς ακόμα να έχει εμφανιστεί ο βασικός αντίπαλός της– έρχεται να προστεθεί η κίνηση Σαμαρά. Και είναι αυτό που μετατρέπει ένα πολιτικό σενάριο από ενδιαφέρουσα ανάλυση σε επικείμενη ιστορική εξέλιξη.

Για να κατανοήσουμε το σήμερα, οφείλουμε να γυρίσουμε τριάντα χρόνια πίσω. Το 1993, ο νεαρός τότε υπουργός Εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς ήρθε σε ανοιχτή ρήξη με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για την ονομασία της Βόρειας Μακεδονίας. Η διαφωνία δεν ήταν διαχειρίσιμη, καθώς ο Σαμαράς έθεσε το εθνικό ζήτημα πάνω από την κομματική πειθαρχία, ανέτρεψε την κυβέρνηση Μητσοτάκη και ίδρυσε την Πολιτική Άνοιξη.

Εκείνη την εποχή δήλωνε ότι οι ιδεολογικές διαφορές του με τη ΝΔ ήταν αγεφύρωτες και ότι (όπως έλεγε χαρακτηριστικά) δεν θα επέστρεφε ποτέ. Το κόμμα του έλαβε 4,9% αλλά σύντομα ξεφούσκωσε. Το 2004, ωστόσο, ο Σαμαράς επέστρεψε στη Νέα Δημοκρατία. Το «ποτέ» είχε γίνει «πάλι». Το 2009 ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος που είχε αποκηρύξει. Η μετάλλαξη από αντάρτη σε αρχηγό είχε συντελεστεί.

Ως αρχηγός της αντιπολίτευσης (2010-2011), ο Σαμαράς οικοδόμησε ολόκληρη τη ρητορική του πάνω στην καταγγελία του Μνημονίου. Υποσχέθηκε επαναδιαπραγμάτευση μέσω των προγραμμάτων «Ζάππειο Ι, ΙΙ και ΙΙΙ» και κατηγόρησε την κυβέρνηση Παπανδρέου για εθνική μειοδοσία. Όταν όμως έγινε πρωθυπουργός το 2012, εφάρμοσε το σκληρό δεύτερο Μνημόνιο, προχώρησε σε περικοπές και επέβαλε τον ΕΝΦΙΑ.

Στην ίδια περίοδο, ο Σαμαράς πραγματοποίησε άλλη μία ιστορική στροφή: συγκυβέρνησε με το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου, του πολιτικού αντιπάλου που μέχρι χθες κατηγορούσε. Η υπερασπιστική γραμμή ήταν η «εθνική ανάγκη». Οι επικριτές του είδαν άλλη μία απόδειξη ότι στην πολιτική όλα επιτρέπονται για την εξουσία.

Η πρωθυπουργία του σημαδεύτηκε και από υποσχέσεις που έμειναν μετέωρες. Τον Νοέμβριο του 2013 δήλωσε ότι «σε έναν χρόνο θα έχουμε δωρεάν Wi-Fi σε όλη την Ελλάδα» – μια υπόσχεση τεχνικά ανέφικτη που έμεινε στην ιστορία ως πολιτικό ανέκδοτο. Στο μεταναστευτικό, ενώ προεκλογικά δεσμευόταν ότι «θα ανακαταλάβουμε τις πόλεις από τους λαθρομετανάστες», ως πρωθυπουργός αναγκάστηκε να προχωρήσει σε μαζικές νομιμοποιήσεις, υπακούοντας στις ευρωπαϊκές οδηγίες.

Το 2015, μετά την εκλογική ήττα από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Σαμαράς παραιτήθηκε από την ηγεσία. Τα πρώτα χρόνια της αρχηγίας Μητσοτάκη φάνηκε να τον στηρίζει. Η ρήξη ήρθε σταδιακά, με καταλύτη τη Συμφωνία των Πρεσπών, και κορυφώθηκε με τη διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία μετά από σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση για τα εθνικά θέματα και την κοινωνική της ατζέντα. Ο κύκλος της σύγκρουσης με την οικογένεια Μητσοτάκη είχε ολοκληρωθεί για δεύτερη φορά.

Στα 73 του χρόνια, ο Αντώνης Σαμαράς δεν κυνηγά πλέον απλώς μια ακόμα θητεία. Κυνηγά το αποτύπωμά του στην ιστορία. Το ερώτημα που φαίνεται να τον απασχολεί είναι: «Πώς θα με θυμούνται;»

Έχοντας υπάρξει ο νεαρός αντάρτης του 1993, ο μνημονιακός πρωθυπουργός της κρίσης και τώρα ο διαγραφείς που αμφισβητεί την ηγεσία του κόμματός του, ο Σαμαράς γνωρίζει ότι ο χρόνος του είναι πεπερασμένος. Η απάντηση που φαίνεται να έχει επιλέξει είναι η δημιουργία ενός νέου δεξιού, πατριωτικού πολιτικού φορέα. Όχι απαραίτητα για να γίνει ο ίδιος ξανά πρωθυπουργός, αλλά για να επανακαθορίσει την ιδεολογική ταυτότητα της ελληνικής δεξιάς. Να τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή και να πει: «Αυτή είναι η γνήσια παράταξη. Όλα τα άλλα είναι εκπτώσεις και υποχωρήσεις».

Η κίνηση αυτή είναι το επιστέγασμα μιας σταδιακής αποστασιοποίησης από τη γραμμή Μητσοτάκη, την οποία ο Σαμαράς θεωρεί ιδεολογικά έκπτωτη, ως πολιτικό υβριδικό μόρφωμα με ξένα σώματα και απομακρυσμένη από τις παραδοσιακές αξίες της παράταξης.

Εδώ βρίσκεται το σημείο-κλειδί που διαφοροποιεί τη σημερινή κατάσταση από οποιαδήποτε προηγούμενη. Η Νέα Δημοκρατία δεν βρίσκεται στο 41% του 2023. Βρίσκεται, σύμφωνα με τις μετρήσεις, γύρω στο 25% – με μειωτικές τάσεις.

Αυτό σημαίνει ότι η ΝΔ έχει ήδη χάσει περίπου 16 ποσοστιαίες μονάδες από την εκλογική της επίδοση. Η ακρίβεια ροκανίζει το εισόδημα των νοικοκυρών, τα ατελείωτα σκάνδαλα κλονίζουν την αξιοπιστία, τα εθνικά θέματα δημιουργούν ανασφάλεια, και η κοινωνική ατζέντα της κυβέρνησης έχει αποξενώσει ένα σημαντικό κομμάτι της παραδοσιακής δεξιάς βάσης.

Σε αυτό το ήδη βεβαρημένο τοπίο, η κάθοδος ενός κόμματος Σαμαρά δεν είναι απλώς μια διαρροή. Είναι η χαριστική βολή. Αν ο Σαμαράς αποσπάσει ένα 7% (±2%), το ποσοστό αυτό θα αφαιρεθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη Νέα Δημοκρατία. Με απλά μαθηματικά: 25% μείον 7% οδηγεί τη ΝΔ στο 18% ή και χαμηλότερα. Ένα ποσοστό που όχι απλώς αποκλείει την αυτοδυναμία, αλλά θέτει εν αμφιβόλω ακόμα και την πρωτιά του κόμματος.

Αυτό είναι το στρατηγικό βάθος της κίνησης Σαμαρά. Δεν χρειάζεται να κερδίσει ο ίδιος. Αρκεί να στερήσει από τον Μητσοτάκη κάθε πιθανότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Και με τη ΝΔ στο 25% –μειούμενη– αυτό δεν είναι πλέον ένα θεωρητικό σενάριο. Είναι το πιο πιθανό αποτέλεσμα.

Η απώλεια της εξουσίας –διότι η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης θα εκληφθεί ως απώλεια, ακόμα κι αν η ΝΔ έρθει πρώτο κόμμα– θα πυροδοτήσει εξελίξεις-σοκ στο εσωτερικό της παράταξης. Η Νέα Δημοκρατία είναι ένα κόμμα εξουσίας. Ο αρχηγός της κρίνεται αποκλειστικά από το αποτέλεσμα. Αν ο Μητσοτάκης οδηγήσει το κόμμα σε ένα ταπεινωτικό 18-20% και σε αδυναμία διακυβέρνησης, η εσωκομματική πίεση θα είναι συντριπτική. Οι φωνές που θα του αποδίδουν την κατάρρευση –για την ιδεολογική μετατόπιση προς το κέντρο, για την αποξένωση της παραδοσιακής βάσης, για τη συναίνεση σε μια ατζέντα που απωθεί τους δεξιούς ψηφοφόρους– θα γίνουν βρυχηθμός. Σε αυτό το σκηνικό, η παραίτηση Μητσοτάκη από την ηγεσία δεν είναι απλώς πιθανή, είναι σχεδόν βέβαιη. Το κόμμα θα αναζητήσει νέο αρχηγό, ικανό να επαναπατρίσει τους διαρρέοντες ψηφοφόρους και να επανασυγκολλήσει την παράταξη.

Αν η ΝΔ χάσει την αυτοδυναμία και ο Μητσοτάκης αποχωρήσει, ανοίγεται ο δρόμος για μια τρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας: Νέα Δημοκρατία (υπό νέα ηγεσία), κόμμα Σαμαρά και ΠΑΣΟΚ.

Τα δεδομένα που στηρίζουν αυτό το σενάριο:

Αριθμητική αναγκαιότητα: Με τη ΝΔ στο 18-20%, τον Σαμαρά στο 7% και το ΠΑΣΟΚ γύρω στο 12-15%, κανένα κόμμα δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνο του. Η συνεργασία είναι μονόδρομος.

Ιδεολογική γειτνίαση: Παρά τις διαφορές τους, τα τρία κόμματα μοιράζονται τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, τη φιλελεύθερη οικονομική πολιτική και τη θέση της χώρας στη Δύση.

Το τρίτο πρόσωπο: Ο Σαμαράς γνωρίζει ότι ο ίδιος δεν μπορεί να ηγηθεί μιας τέτοιας κυβέρνησης – το βαρύ ιστορικό του και η πόλωση που προκαλεί τον καθιστούν ακατάλληλο. Ούτε ο νέος αρχηγός της ΝΔ θα μπορούσε εύκολα να γίνει αποδεκτός από όλους. Άρα, η λύση ενός τρίτου προσώπου κοινής αποδοχής –με τεχνοκρατικό προφίλ και θεσμικό κύρος– είναι η πιο πιθανή.

Αν αυτό το σενάριο υλοποιηθεί, ο Σαμαράς θα έχει πετύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εκλογική νίκη. Θα έχει αναγκάσει τη Νέα Δημοκρατία σε ιδεολογική επανατοποθέτηση, επαναφέροντας την πατριωτική ατζέντα στο προσκήνιο. Θα προκαλέσει την αποχώρηση του Κυριάκου Μητσοτάκη από την ηγεσία. Θα δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό κόμμα όπου ο ίδιος θα είναι ο ιδεολογικός πατριάρχης, ακόμα κι αν δεν είναι ο πρωθυπουργός. Θα διασφαλίσει ότι η δεξιά παράταξη θα παραμείνει στην εξουσία, αλλά με διαφορετική σύνθεση και προτεραιότητες. Θα επαναπροσδιορίσει την υστεροφημία του: όχι ως ο αντιφατικός πολιτικός των «κωλοτούμπων», αλλά ως ο άνθρωπος που ανάγκασε το σύστημα να αλλάξει.

Κανένα σενάριο δεν είναι βέβαιο. Η πολιτική είναι γεμάτη από ανατροπές. Ο Αντώνης Σαμαράς έχει αποδείξει ότι δεν φοβάται τις ρήξεις. Το εγχείρημα που σχεδιάζει δεν είναι μια επανάληψη της Πολιτικής Άνοιξης. Είναι μια πολύ πιο ώριμη, στρατηγική κίνηση που στοχεύει όχι στην προσωπική του επάνοδο, αλλά στον μετασχηματισμό ολόκληρης της δεξιάς παράταξης.

Η διαφορά με το παρελθόν είναι ότι αυτή τη φορά οι συνθήκες είναι με το μέρος του. Μια Νέα Δημοκρατία στο 25% και πτωτική δεν έχει τα αποθέματα να απορροφήσει ένα νέο σοκ. Η κάθοδος Σαμαρά μπορεί να είναι η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι.

Αν το πετύχει, η ιστορία θα τον κρίνει ως τον άνθρωπο που άλλαξε τη μοίρα της δεξιάς παράταξης. Αν αποτύχει, θα είναι ο τελευταίος κύκλος μιας διαδρομής γεμάτης από κύκλους.

Σε κάθε περίπτωση, ο Αντώνης Σαμαράς ετοιμάζεται να γράψει το τελευταίο –και ίσως το πιο σημαντικό– κεφάλαιο της πολιτικής του διαδρομής. Και το πολιτικό σκηνικό οδεύει προς μια από τις πιο δραματικές περιόδους της μεταπολιτευτικής ιστορίας.