Βλέποντας το θλιβερό σόου στο Προεδρικό Μέγαρο για την αποκατάσταση αυτού που ονομάζουν «Δημοκρατία», όπου όλοι αυτοί που καθημερινά κοπιάζουν για την σωτηρία της Ελλάδας, με χαμόγελα και αστειάκια σήκωσαν το ποτήρι εις υγείαν του Μαλάκα (με το Μι κεφαλαίο). Τέτοιες ανούσιες και ανεπίκαιρες γιορτές ενισχύουν μια λάθος αντίληψη, η οποία ρίζωσε τις τελευταίες δεκαετίες, βαθιά στον δημόσιο βίο: ότι η Ελλάδα δεν ανήκει σε όλους, αλλά σε κάποιους. Ότι η κεντρική πολιτική σκηνή είναι ένα κλειστό σύστημα – μια σκηνή όπου πρωταγωνιστούν οι ίδιες οικογένειες, τα ίδια πρόσωπα, και η Δημοκρατία λειτουργεί ως προσωπείο. Ο λαός, σ’ αυτή τη θεώρηση, έχει μόνο δικαίωμα ψήφου επικύρωσης ή απόρριψης, όχι συμμετοχής στην ουσία της εξουσίας.
Πρόκειται για μια πλάνη με βαριές συνέπειες. Γιατί πάνω της θεμελιώθηκε η πολιτική ασυδοσία, η άνεση με την οποία παραδίδονται ιστορικά σύμβολα, εκποιείται ο δημόσιος πλούτος, ακυρώνεται η λαϊκή εντολή και η εθνική κυριαρχία γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης – λες και όλα αυτά αποτελούν προσωπική περιουσία όσων βρίσκονται προσωρινά στην εξουσία.
Η Ελλάδα δεν είναι η οικογενειακή επιχείρηση των Μητσοτάκηδων και άλλων πολιτικών οικογενειών που εναλλάσσονται στην εξουσία, συχνά με την αίσθηση ότι η λαϊκή εντολή αποτελεί σχεδόν κληρονομικό τους προνόμιο. Δεν είναι ούτε οι «σύντροφοι» του Τσίπρα, οι οποίοι εμφανίστηκαν ως «αριστεροί» εκφραστές της λαϊκής αγανάκτησης και κατέληξαν να διαχειριστούν μεγάλο μέρος της ίδιας πολιτικής υποταγής που είχαν υποσχεθεί να ανατρέψουν.
Η Ελλάδα δεν είναι οι τραπεζίτες της, οι δανειστές της, οι κάθε είδους μεσάζοντες ή τα διεθνή συμφέροντα που βλέπουν έναν ιστορικό τόπο ως πεδίο οικονομικής εκμετάλλευσης.
Η Ελλάδα ανήκει στους πολίτες της, σε εκείνους που εργάζονται, πληρώνουν φόρους, υπηρετούν την πατρίδα, καλλιεργούν τη γη, μεγαλώνουν παιδιά και επιμένουν να επιχειρούν, ακόμη και όταν το κράτος τους κάνει τη ζωή δυσκολότερη.
Η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια γεωγραφική έκταση ούτε ένα ακόμη κράτος της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Είναι ένας τόπος με ιστορικό βάρος, πολιτισμική συνέχεια και παγκόσμια ακτινοβολία. Εδώ γεννήθηκαν η Δημοκρατία, η Φιλοσοφία, η Τραγωδία, η Ιστορία ως συστηματική αναζήτηση της αλήθειας, η Ιατρική ως επιστήμη και η έννοια του Πολίτη ως φορέα δικαιωμάτων και ευθύνης. Από την Αθήνα του Σόλωνα, του Περικλή, του Σωκράτη και του Αριστοτέλη μέχρι την Ιατρική Σχολή της Κω και τον Ιπποκράτη, ο ελληνικός κόσμος δεν παρήγαγε απλώς μεγάλα ονόματα. Έδωσε στην ανθρωπότητα έναν τρόπο σκέψης: να αμφισβητεί, να ερευνά, να τεκμηριώνει, να συζητά και να αντιστέκεται στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Αυτή είναι η ιερότητα της Ελλάδας. Δεν είναι θρησκευτικός μελοδραματισμός ούτε έπαρση απέναντι σε άλλους λαούς. Είναι πολιτική και ιστορική διαπίστωση. Ένας τόπος που έδωσε τόσο πολλά στην ανθρωπότητα δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα, ως λογιστικό μέγεθος ή ως πεδίο εύκολων πολιτικών συναλλαγών.
Η Ελλάδα σήμερα οφείλει να σέβεται το παρελθόν της όχι για να εγκλωβιστεί σε αυτό, αλλά για να αντλεί αυτοπεποίθηση για το μέλλον. Χρωστά στους αγωνιστές της Επανάστασης, στους νεκρούς του Έπους του 1940, στους ανθρώπους που κράτησαν ζωντανή τη γλώσσα, τη μνήμη και την εθνική αξιοπρέπεια σε δύσκολες εποχές. Το χρέος αυτό δεν εξοφλείται με παρελάσεις και επετείους. Εξοφλείται με σοβαρό κράτος, εθνική στρατηγική και πολιτική ηγεσία που καταλαβαίνει τι ακριβώς εκπροσωπεί.
Μέσα σε αυτή τη συνέχεια, η Μακεδονία έχει ιδιαίτερη θέση. Είναι γη ελληνική, συνδεδεμένη με τον Φίλιππο Β΄, τον Μέγα Αλέξανδρο, τη Βεργίνα, τις ελληνικές επιγραφές, τη γλώσσα και την αδιάσπαστη ιστορική παρουσία του ελληνισμού στον βόρειο χώρο της χώρας. Η σχέση αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό διπλωματικό ζήτημα ούτε ως όρος διαθέσιμος για πολιτική ανταλλαγή.
Η Συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε πολιτική και ηθική τομή. Αναγνώρισε διεθνώς τον όρο «μακεδονικός» για γλώσσα και ιθαγένεια σε ένα κράτος με εντελώς διαφορετική ιστορική διαδρομή. Δεν είναι θέμα αυτοδιάθεσης του γείτονα. Είναι ότι η Ελλάδα αποδέχθηκε μια διατύπωση που θολώνει την ιστορική μνήμη και αποσυνδέει τη Μακεδονία από την ελληνική της ταυτότητα – μια παραχώρηση με συνέπειες που θα βαραίνουν για δεκαετίες και μόνο προβλήματα μπορούν να φέρουν.
Μια πατρίδα δεν υπερασπίζεται μόνο με όπλα. Υπερασπίζεται με παιδεία, θεσμούς, λέξεις, σύμβολα και ιστορική αυτογνωσία. Όταν η πολιτική εξουσία αποδυναμώνει τη σαφήνεια γύρω από κρίσιμα στοιχεία της εθνικής ταυτότητας, ίσως δεν διαπράττει πάντοτε νομικό αδίκημα. Μπορεί όμως να διαπράττει μια πράξη ηθικής και πολιτικής υποχώρησης, για την οποία θα κριθεί από τον λαό και την Ιστορία.
Η Κύπρος αποτελεί την πιο οδυνηρή υπενθύμιση του τι συμβαίνει όταν η εθνική ευθύνη αντικαθίσταται από τον αιφνιδιασμό, την αδράνεια και τις μισές αποφάσεις. Τον Ιούλιο του 1974, μετά το εγκληματικό πραξικόπημα της χούντας κατά του Μακαρίου, η Τουρκία εισέβαλε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στην πρώτη φάση της επιχείρησης, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν καταλάβει περιορισμένο τμήμα του νησιού, περίπου 3%. Μετά τη δεύτερη εισβολή, τον Αύγουστο, η κατοχή επεκτάθηκε περίπου στο 37% της Μεγαλονήσου.
Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης δεν μπόρεσε να αποτρέψει την επέκταση της κατοχής, ενώ η διεθνής κοινότητα επέτρεψε να παγιωθεί ένα τετελεσμένο που παραμένει ανοικτή πληγή περισσότερο από μισό αιώνα. Η Κύπρος δεν είναι ένα «εθνικό θέμα» για επετειακές ομιλίες. Είναι αναπόσπαστο μέρος του ελληνισμού και ζωντανή απόδειξη ότι η απώλεια κυριαρχίας μπορεί να έρθει με πραξικοπήματα, στρατηγική ανεπάρκεια, διεθνείς πιέσεις και ηγεσίες που δεν αναλαμβάνουν το βάρος της ιστορικής στιγμής.
Παράλληλα με την κρίση της ιστορικής ταυτότητας, η σύγχρονη Ελλάδα βίωσε βαθιά οικονομική και θεσμική αποδυνάμωση. Τα μνημόνια, οι δανειακές συμβάσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις κρίσιμων υποδομών και η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας δημιούργησαν την αίσθηση ότι η χώρα παραιτήθηκε από βασικά εργαλεία άσκησης εθνικής πολιτικής και κυριαρχίας.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν κάθε ιδιωτικοποίηση είναι εξ ορισμού κακή ή αν κάθε διεθνής συμφωνία συνιστά υποτέλεια. Είναι ποιος αποφασίζει, με ποια εντολή, με ποια διαφάνεια και προς όφελος ποιου. Όταν λιμάνια, αεροδρόμια, δίκτυα, ενέργεια, νερό και γη αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα βιαστικής συναλλαγής, χωρίς μακροπρόθεσμο εθνικό σχέδιο, ο πολίτης δικαίως αναρωτιέται αν η χώρα διοικείται ή απλώς εκποιείται.
Η κορύφωση της κρίσης εμπιστοσύνης ήρθε το 2015. Στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, το 61,31% των πολιτών απέρριψε την τότε πρόταση των δανειστών. Το ερώτημα είχε συγκεκριμένο νομικό αντικείμενο και η πρόταση εκείνη είχε, στην πράξη, πάψει να ισχύει όταν έγινε η ψηφοφορία. Πολιτικά, όμως, το μήνυμα ήταν σαφές: ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού ζητούσε από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, να μη συνεχιστεί η ίδια συνταγή λιτότητας, επιτήρησης και ταπεινωτικής διαπραγμάτευσης.
Λίγες ημέρες αργότερα, η κυβέρνηση Τσίπρα σε αντίθεση με την Λαϊκή Εντολή που έλαβε, υπέγραψε τρίτο μνημόνιο. Μπορεί να επικαλέστηκε τον κίνδυνο δήθεν οικονομικής κατάρρευσης και εξόδου από το ευρώ. Αυτά είναι επιχειρήματα που μπορούν να αξιολογηθούν πολιτικά. Δεν αναιρούν, όμως, το κεντρικό γεγονός: η λαϊκή εντολή ερμηνεύθηκε με τρόπο αντίθετο από την προφανή βούληση όσων την εξέφρασαν.
Εκεί τραυματίστηκε βαριά η σχέση του πολίτη με τη Δημοκρατία. Όχι επειδή η Δημοκρατία καταργήθηκε τυπικά, αλλά επειδή πολλοί συνειδητοποίησαν ότι η ψήφος τους μπορεί να μετατραπεί σε διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια εκείνων που την επικαλούνται.
Η Ελλάδα σήμερα χρειάζεται πολιτική αυτοπεποίθηση, όχι κραυγές. Χρειάζεται πατριωτισμό χωρίς μίσος, Δημοκρατία χωρίς υποκρισία και οικονομική πολιτική που να υπηρετεί την παραγωγή (ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα,) την εργασία και την κοινωνική συνοχή. Χρειάζεται ηγεσίες που θα αντιλαμβάνονται ότι η λαϊκή εντολή δεν είναι λευκή επιταγή και ότι η ιστορία ενός έθνους δεν είναι υλικό προς διαπραγμάτευση.
Η ηθική προδοσία δεν τιμωρείται από τον Ποινικό Κώδικα. Κρίνεται, όμως, από τη συλλογική μνήμη. Η Ελλάδα δεν είναι λάφυρο, ούτε κτήμα, ούτε παρεάκι. Είναι η Πατρίδα όλων μας. Και μόνο όταν οι πολίτες το θυμηθούν, θα πάψει να αντιμετωπίζεται σαν να ανήκει σε λίγους. Καλό καλοκαίρι.






