Η Μαρία Καρυστιανού κατάφερε κάτι που φαινόταν ακατόρθωτο για τα δεδομένα της σύγχρονης Ελλάδας.
Μετέτρεψε την προσωπική της τραγωδία σε ένα υπόδειγμα θεσμικής διεκδίκησης, κερδίζοντας τον σεβασμό ακόμα και των πιο κυνικών.
Με λόγο συγκροτημένο, σπάνια ανθεκτικότητα και επαγγελματική επάρκεια, έγινε το πρόσωπο ενός ολόκληρου κοινωνικού κινήματος που ζητά το αυτονόητο.
Δικαιοσύνη.
Οπου, όμως, υπάρχει φως και γνήσια λαϊκή απήχηση, μαζεύονται γρήγορα και τα “παράσιτα”.
Το σκηνικό που διαμορφώνεται στην Ελληνική Περιφέρεια –και όχι μόνο– προκαλεί αναγούλα.
Μια στρατιά από επαγγελματίες “πικραμένους”, πολιτικούς γυρολόγους που έχουν αλλάξει περισσότερα κομματικά πουκάμισα απ’ όσα αντέχει η κοινή λογική, και αποτυχημένους πολιτευτές, έχουν αρχίσει να μυρίζονται “ευκαιρία”.
Με περίσσιο θράσος, αυτοπροτείνονται, πλασάρονται και πιέζουν για μια θέση κάτω από την ομπρέλα της πολιτικής της κίνησης.
Η ωμή αλήθεια.
Δεν τους έπιασε ξαφνικά ο πόνος για το δίκαιο.
Την πολιτική τους επιβίωση ψάχνουν.
Βλέπουν το όνομα “Καρυστιανού” ως το τέλειο πλυντήριο για το δικό τους ξεθωριασμένο προφίλ και ως ένα σίγουρο “διαβατήριο” για τα έδρανα.
Είναι το διαχρονικό δράμα της Ελληνικής Πολιτικής Σκηνής…
Ανθρωποι που δεν έχουν προσφέρει τίποτα, που επιβιώνουν γλείφοντας κατουρημένες ποδιές σε τοπικές οργανώσεις, επιχειρούν τώρα να καπελώσουν έναν αγώνα που βάφτηκε με αίμα και δάκρυα.
Αφού τώρα η Μαρία Καρυστιανού αποφάσισε τελικά να κάνει το επόμενο βήμα, το μεγαλύτερο στοίχημά της δεν θα είναι η αντιπαράθεση με το πολιτικό κατεστημένο.
Θα είναι το να κρατήσει τα “φτυάρια” μακριά.
Γιατί θα είναι κρίμα κι άδικο, μια προσπάθεια που γέννησε ελπίδα, να καταντήσει “όχημα” για να βρουν στέγη τα πολιτικά αποφόρια της επαρχίας.
Γιώργος Κουμιώτης






