Κεντρική Ελλάδα

Κάθε Δευτέρα – Κάτω από το χαλί – Η Ντροπή είδε την Eλληνική Eκπαίδευση και ντράπηκε!!! – Toυ Στάθη Σαράντη

Επί τέσσερις δεκαετίες, η ελληνική πολιτική σκηνή παρακολουθεί απαθώς την εκπαίδευση να μετατρέπεται σε ένα ακριβό εμπόρευμα. Το ΠΑΣΟΚ, η Νέα Δημοκρατία, ο ΣΥΡΙΖΑ, όλα τα κόμματα που πέρασαν από την εξουσία, μοιράζονται εξίσου την ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση. Άλλα έθεσαν τις βάσεις, άλλα διεύρυναν το σύστημα, άλλα απλώς το άφησαν να στέκεται, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένα: η Ελλάδα παραμένει η μόνη ευρωπαϊκή χώρα όπου η πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο περνά μέσα από την τσέπη του γονιού, μέσα από το «τιμολόγιο» του φροντιστηρίου, μέσα από μια αγορά που θησαυρίζει πάνω στον ιδρώτα και το άγχος εκατοντάδων χιλιάδων παιδιών. Κανείς δεν άλλαξε το παραμικρό. Κανείς δεν τόλμησε να χαράξει έναν δρόμο διαφορετικό. Κανείς δεν είχε το θάρρος να πει στους ισχυρούς της παραπαιδείας ότι το παιχνίδι τελείωσε.

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Το σύστημα της παραπαιδείας δεν είναι μια ανεξέλεγκτη φυσική εξέλιξη. Είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, που επαναλήφθηκαν ξανά και ξανά από κάθε κυβέρνηση, ανεξαρτήτως χρώματος. Το ΠΑΣΟΚ, στη μακρά περίοδο της κυριαρχίας του, δημιούργησε το πρόσφορο έδαφος: ένα σχολείο υποχρηματοδοτούμενο, με εκπαιδευτικούς εγκαταλελειμμένους, με μια τεράστια ύλη που κανείς δεν μπορούσε να καλύψει μέσα στις σχολικές αίθουσες. Ένα σχολείο, δηλαδή, σχεδιασμένο να αποτυγχάνει, έτσι ώστε η ιδιωτική αγορά να αναλάβει τον ρόλο του. Και η ιδιωτική αγορά το έκανε, με θεαματικά κέρδη, αφήνοντας όμως πίσω της ένα τεράστιο χάσμα ανισότητας.

Η Νέα Δημοκρατία, όποτε βρέθηκε στην εξουσία, όχι μόνο δεν αναίρεσε αυτή την κατάσταση αλλά την ενίσχυσε. Νομιμοποίησε πλήρως την παραπαιδεία, την κατέστησε θεσμό, δημιούργησε ένα πλαίσιο όπου το φροντιστήριο έγινε αναγκαιότητα, μια βιομηχανία εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς κανέναν έλεγχο, χωρίς καμία εποπτεία, χωρίς κανένα όριο τιμολόγησης. Η Νέα Δημοκρατία αρκέστηκε να υπερασπίζεται το αξιοκρατικό προσωπείο των Πανελλαδικών, κρύβοντας πίσω του τη χειρότερη απάτη: ότι δύο παιδιά με το ίδιο ταλέντο και την ίδια προσπάθεια, αλλά διαφορετική οικονομική δυνατότητα, έχουν ίσες πιθανότητες επιτυχίας. Είναι ένα επιχείρημα τόσο γελοίο όσο και υποκριτικό, που προσβάλλει τη νοημοσύνη κάθε πολίτη. Και ενώ τα φροντιστήρια πλούτιζαν, το δημόσιο σχολείο συνέχιζε να παρακμάζει, τα κτήρια να σαπίζουν, οι δάσκαλοι να φεύγουν, και η ύλη να διογκώνεται ακόμα περισσότερο, ώστε η εξάρτηση από τον ιδιωτικό τομέα να γίνεται ακόμα πιο απόλυτη.

Και ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα, το κόμμα της αριστερής αλλαγής, με τα μεγάλα λόγια και τις επαναστατικές εξαγγελίες. Μίλησε για σπάσιμο του κατεστημένου, για δημοκρατία στα Πανεπιστήμια, για ανατροπή των πελατειακών σχέσεων. Και τι έκανε στην πράξη; Απολύτως τίποτα. Όχι μόνο δεν άγγιξε το φροντιστηριακό σύστημα, αλλά στην ουσία το νομιμοποίησε ακόμα περισσότερο, αφήνοντάς το ανέπαφο, ανέλεγκτο, παντοδύναμο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε στα χέρια του την ευκαιρία να κάνει μια τομή, να σπάσει το απόστημα, να φέρει ένα διαφορετικό μοντέλο. Δεν το έκανε. Φοβήθηκε. Υπολόγισε. Προτίμησε να μην ταράξει τα νερά, να μην ενοχλήσει τα συμφέροντα, να μην αντιμετωπίσει τον πανίσχυρο κλάδο των φροντιστηρίων. Και με αυτή του την επιλογή, έγινε συνένοχος, συνεργός, συνεχιστής ενός συστήματος που δήθεν ήρθε να αλλάξει.

Δεν υπάρχουν σοβαρές διαφορές λοιπόν. Το ΠΑΣΟΚ έχτισε το σύστημα, η Νέα Δημοκρατία το νομιμοποίησε και το διεύρυνε, ο ΣΥΡΙΖΑ το διαιώνισε με την αδράνειά του και η σημερινή κυβέρνηση του Μητσοτάκη, συνεχίζει την απόλυτη εξαθλίωση και απαξίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Το θλιβερό κατεστημένο της παραπαιδείας παραμένει αλώβητο, ακριβώς επειδή όλα τα κόμματα το αποδέχτηκαν σιωπηρά. Είναι ένα κατεστημένο που στηρίζεται στην υποταγή όλων, στην ανικανότητα όλων, στην πολιτική δειλία όλων. Είναι ένα κατεστημένο που ξέρει ότι μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα, γιατί δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα με το θάρρος να το αγγίξει, να το ελέγξει, να το περιορίσει. Κάθε χρόνο, οι τιμές των φροντιστηρίων ανεβαίνουν, τα προγράμματα γίνονται πιο ακριβά, οι οικογένειες δανείζονται, στερούνται, θυσιάζονται, και το κράτος απλώς κοιτάζει αλλού. Και το κάνει γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αυτός ο κλάδος έχει το δικό του πολιτικό βάρος, τις δικές του διασυνδέσεις, τα δικά του μέσα άσκησης πίεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι ουδέποτε ακούστηκε σοβαρή φωνή από κανένα κόμμα να ζητά έλεγχο, διαφάνεια, ρύθμιση.

Το αποτέλεσμα είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που παράγει ανισότητα από το σπίτι. Τα παιδιά των πλουσίων έχουν όχι μία, αλλά πολλές ευκαιρίες, ενώ τα παιδιά των φτωχών παλεύουν με ανήμπορα μέσα. Η αγορά της παραπαιδείας έχει γίνει ένα άτυπο σύστημα φίλτρου, που επιλέγει ποιος θα σπουδάσει ιατρική, ποιος νομική, ποιος μηχανικός, κι αυτό όχι με βάση το ταλέντο, αλλά με βάση την τσέπη. Είναι ένα σύστημα που στιγματίζει τη φτώχεια, που την τιμωρεί, που την αποκλείει. Είναι ένα σύστημα που λέει σε ένα παιδί από μια λαϊκή οικογένεια: «όσο κι αν προσπαθήσεις, όσο κι αν είσαι καλός, θα υπάρχει πάντα ένα παιδί με περισσότερα λεφτά που θα πάρει τη θέση σου».

Κι αυτή, ακριβώς, είναι η βαθύτερη αλήθεια που κανένα από τα μεγάλα κόμματα δεν θέλει να δει, γιατί η θέαση προϋποθέτει παρέμβαση, και η παρέμβαση προϋποθέτει ρήξη με τη λογική της αγοράς, ρήξη με τη λογική ότι η εκπαίδευση μπορεί να αφεθεί στο έλεος των ιδιωτικών συμφερόντων.

Και τι γίνεται, εντωμεταξύ, με τους μαθητές; Τι γίνεται με την ψυχική υγεία των παιδιών που ξέρουν ότι η αποτυχία τους είναι προδιαγεγραμμένη από την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς τους; Τι γίνεται με τα χαράματα της εξεταστικής, με τις αγρυπνίες, με τα κλάματα, με το άγχος, με τους γιατρούς, με τα χάπια, με τις καταρρεύσεις; Όλα αυτά είναι τα θύματα μιας πολιτικής που αρνήθηκε να κάνει το αυτονόητο: να χρηματοδοτήσει το δημόσιο σχολείο και να αναμορφώσει τις εξετάσεις. Όλα αυτά είναι τα θύματα μιας διαχρονικής πολιτικής αδράνειας, που επέτρεψε στο κέρδος να μπει στην αίθουσα διδασκαλίας και να καθορίζει το μέλλον των παιδιών.

Αλλά ας μην κρυβόμαστε. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς η έλλειψη χρημάτων. Είναι βαθύτερο. Είναι η ιδεολογική επιλογή, επί τέσσερις δεκαετίες, να συρρικνώνεται το δημόσιο σχολείο, να υποβαθμίζεται ο ρόλος του δασκάλου, να γίνεται η εκπαίδευση εμπόρευμα. Είναι η πολιτική απόφαση να μην αγγίξεις τα φροντιστήρια, γιατί τα φροντιστήρια είναι μια τεράστια αγορά που συντηρεί βουλευτές, που χρηματοδοτεί υποψηφίους, που κρατά ζωντανή μια ολόκληρη οικονομική παράταξη. Δεν είναι δειλία, λοιπόν. Είναι συμφέρον. Είναι συνειδητή επιλογή να αφεθεί η εκπαίδευση στους ιδιώτες, γιατί οι ιδιώτες πληρώνουν, οι ιδιώτες στηρίζουν, οι ιδιώτες συμμετέχουν στο πολιτικό παιχνίδι.

Η Ελλάδα δαπανά μόλις το 8% του προϋπολογισμού της στην Παιδεία, όταν ο μέσος όρος της Ευρώπης ξεπερνά το 9,5%. Μιλάμε για μια διαφορά που μεταφράζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που δεν μπήκαν ποτέ στα σχολεία. Το κράτος προτίμησε να ξοδέψει αλλού, θεωρώντας ότι η εκπαίδευση μπορεί να περιμένει, ότι η εκπαίδευση μπορεί να αφεθεί στην αγορά, ότι η εκπαίδευση δεν είναι προτεραιότητα. Κι αυτή η επιλογή φέρει συγκεκριμένα ονόματα, συγκεκριμένα κόμματα, συγκεκριμένες κυβερνήσεις. Όλες ίδιες στην ουσία τους. Όλες αδιάφορες μπροστά στην ανάγκη.

Το ΠΑΣΟΚ, η Νέα Δημοκρατία, ο ΣΥΡΙΖΑ, όλοι ευθύνονται. Άλλος έχτισε, άλλος νομιμοποίησε, άλλος διαιώνισε, αλλά το αποτέλεσμα είναι κοινό: ένα σύστημα βαθιά άδικο, βαθιά αντιδημοκρατικό, βαθιά ταξικό. Κανείς δεν σήκωσε το δάχτυλο. Κανείς δεν έκανε την τομή. Κανείς δεν τόλμησε την παρέμβαση. Κι έτσι, οι σημερινοί μαθητές πληρώνουν, και μετά από αυτούς οι επόμενοι, κι οι επόμενοι, σε έναν ατέρμονο κύκλο αδικίας και εκμετάλλευσης.

Ζητάμε ένα κράτος που θα αναλάβει την ευθύνη του, που θα χρηματοδοτήσει το δημόσιο σχολείο, που θα αναμορφώσει τις εξετάσεις, που θα δώσει σε κάθε παιδί ίσες ευκαιρίες. Ζητάμε έλεγχο, διαφάνεια και δικαιοσύνη. Ζητάμε να σταματήσει επιτέλους αυτή η κοινωνική γενοκτονία, που στερεί από χιλιάδες ταλαντούχα παιδιά το δικαίωμά τους στη μόρφωση.

Ας το πούμε ξεκάθαρα: η αγορά της παραπαιδείας δεν επιβίωσε τυχαία. Επιβίωσε επειδή την τάισαν, την προστάτευσαν, την άφησαν να μεγαλώνει ασύδοτη. Κάθε υπουργός, κάθε κυβέρνηση, κάθε κόμμα που πέρασε από την εξουσία τα τελευταία σαράντα χρόνια έβαλε την υπογραφή του σε αυτό το έγκλημα. Κάθε φορά που ένας πολιτικός έλεγε ότι “η Παιδεία είναι προτεραιότητα” και μείωνε τη χρηματοδότησή της, έλεγε ψέματα. Κάθε φορά που ένας υπουργός υπερασπιζόταν το αξιοκρατικό των Πανελλαδικών και άφηνε τα φροντιστήρια να κανονίζουν τη μοίρα των παιδιών, πρόδιδε την ίδια του την αποστολή. Ήρθε η ώρα να τους θυμίσουμε ότι η εξουσία δίνεται για να αλλάζεις τα πράγματα, όχι για να τα συντηρείς. Και αν δεν το κάνουν, να τους θυμίσουμε ότι η ψήφος είναι το μοναδικό όπλο που έχουμε. Ας το χρησιμοποιήσουμε, λοιπόν, για να ξαναχτίσουμε ένα σχολείο δημόσιο, δωρεάν, ισότιμο, που να μην χρειάζεται το πορτοφόλι του γονιού για να ανοίξει την πόρτα του πανεπιστημίου.