Στα σχεδόν εξήντα χρόνια της ζωής μου, προερχόμενος από μια παραδοσιακά συντηρητική οικογένεια του χώρου της δεξιάς, έχω καταλήξει σε ένα συμπέρασμα που υπερβαίνει ιδεολογίες, παρατάξεις και κομματικές ταυτότητες. Είτε κάποιος αυτοπροσδιορίζεται ως δεξιός είτε ως κεντρώος, είτε ως αριστερός, οι ανησυχίες και οι προβληματισμοί του παραμένουν ουσιαστικά ίδιοι. Αφορούν τη χώρα, την καθημερινότητα, την ποιότητα ζωής και πάνω από όλα το μέλλον των παιδιών μας. Οι ιδεολογικές ταμπέλες που επί δεκαετίες δίχασαν την ελληνική κοινωνία έχουν πλέον καταστεί αναχρονιστικές, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Στο πέρασμα των δεκαετιών κυβερνηθήκαμε από δεξιούς, αριστερούς, σοσιαλιστές και κάθε λογής ιδεολογικό μόρφωμα. Το αποτέλεσμα υπήρξε σχεδόν πάντα το ίδιο. Καταγγελία πριν την ανάληψη της εξουσίας και πιστή εφαρμογή της πολιτικής που προηγουμένως καταγγέλθηκε μόλις το κόμμα ανέβηκε στην κυβέρνηση. Μια επαναλαμβανόμενη πολιτική αντίφαση που αγγίζει τα όρια της συστημικής κοροϊδίας.
Το πολιτικό σκηνικό της χώρας βρίσκεται σε μια από τις πιο ρευστές και αντιφατικές φάσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η κοινωνία εμφανίζεται κουρασμένη, καχύποπτη και βαθιά αποστασιοποιημένη από το πολιτικό σύστημα. Τα σκάνδαλα των τελευταίων ετών, όπως η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι παρακολουθήσεις και οι παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, έχουν διαβρώσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Η αίσθηση ότι το κράτος λειτουργεί με αδιαφάνεια, ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν είναι πραγματικά ανεξάρτητοι και ότι η πολιτική εξουσία παρεμβαίνει εκεί όπου δεν πρέπει, έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον γενικευμένης δυσπιστίας. Σε αυτό το περιβάλλον η κοινωνία δεν αναζητά απλώς μια εναλλακτική πολιτική πρόταση. Αναζητά μια νέα σχέση με την πολιτική.
Η τραγωδία των Τεμπών αποτέλεσε σημείο καμπής. Δεν ήταν απλώς ένα δυστύχημα. Ήταν ένα γεγονός που αποκάλυψε με τον πιο σκληρό τρόπο τις διαχρονικές παθογένειες του κράτους. Την ανεπάρκεια των υποδομών, την αδιαφορία των μηχανισμών, την απουσία λογοδοσίας. Η ανάδυση της Μαρίας Καρυστιανού ως δημόσιας φωνής δεν ήταν πολιτικό φαινόμενο με την παραδοσιακή έννοια. Ήταν η έκφραση μιας κοινωνικής αγανάκτησης που δεν έβρισκε διέξοδο στα υπάρχοντα κόμματα. Η ηθική νομιμοποίηση που της αποδόθηκε από ένα μέρος της κοινωνίας δεν προήλθε από πολιτική εμπειρία, αλλά από το τραύμα και την αίσθηση αδικίας. Ωστόσο με όση συμπάθεια και να το δει κανείς, η μετατροπή μιας προσωπικής τραγωδίας σε πολιτικό φορέα εγείρει εύλογα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα και τη θεσμική επάρκεια ενός τέτοιου εγχειρήματος. Από την άλλη, σημαντικό ρόλο θα παίξουν τα πρόσωπα εκείνα που πλαισιώσουν την ηγεσία και θα μορφοποιήσουν μια πολιτική οντότητα. Και να μην ξεχνάμε ότι η πολιτική απαιτεί πρόγραμμα, δομές, τεχνογνωσία και ικανότητα διακυβέρνησης. Στοιχεία που δεν μπορούν να υποκατασταθούν από την ηθική συγκίνηση.
Την ίδια στιγμή δύο πρώην πρωθυπουργοί, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Αντώνης Σαμαράς, εμφανίζονται να εξετάζουν ή να προωθούν νέους πολιτικούς σχηματισμούς. Η επιστροφή τους στο προσκήνιο δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το γεγονός ότι και οι δύο αποδοκιμάστηκαν εκλογικά και ότι τα κόμματά τους έχουν μεταβληθεί σε βαθμό που δεν τους εκφράζουν πλέον. Η πολιτική επιστροφή παλαιών ηγετών σε περιόδους κρίσης δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Το παράδειγμα του Ιταλού Ματέο Ρέντσι και του Γάλλου Σαρλ ντε Γκωλ είναι μερικές ακόμη περιπτώσεις ενός διεθνές φαινομένου. Ωστόσο το ερώτημα παραμένει. Τι νέο μπορούν να προσφέρουν πρόσωπα που είχαν την ευκαιρία να κυβερνήσουν και επί των ημερών τους η χώρα αντιμετώπισε σοβαρές κρίσεις χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία; Η εμπειρία είναι πολύτιμη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να πείσει μια κοινωνία που αισθάνεται ότι έχει δοκιμάσει τα πάντα.
Το πολιτικό τοπίο συμπληρώνεται από μια σειρά μικρότερων κομμάτων και σχημάτων που επιχειρούν να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια, αλλά συχνά παραμένουν εγκλωβισμένα σε μονοθεματικές ατζέντες, προσωπικές στρατηγικές ή οργανωτικές αδυναμίες. Η αντιπολίτευση συνολικά εμφανίζεται κατακερματισμένη, χωρίς ενιαίο αφήγημα και χωρίς πειστική πρόταση εξουσίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα παράδοξο. Παρά τα σκάνδαλα, τις κρίσεις και τη φθορά, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό μέρος της εκλογικής της επιρροής. Όχι απαραίτητα λόγω ικανότητας και αποδοχής, αλλά λόγω έλλειψης αξιόπιστης εναλλακτικής.
Η κοινωνία βρίσκεται έτσι ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μία την ανάγκη για αλλαγή, ανανέωση και θεσμική αποκατάσταση. Από την άλλη τον φόβο της αστάθειας και της ακυβερνησίας. Η απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα δεν έχει μετατραπεί σε συγκροτημένη πολιτική πρόταση. Αντίθετα εκφράζεται μέσα από διάχυτη δυσπιστία, απόσυρση, οργή και αναζήτηση προσωποκεντρικών λύσεων που συχνά δεν διαθέτουν το βάθος και τη θεσμική επάρκεια που απαιτεί η διακυβέρνηση μιας χώρας.
Καθώς πλησιάζουμε στις εθνικές εκλογές, το πολιτικό σκηνικό παραμένει ανοιχτό, ασταθές και απρόβλεπτο. Η κοινωνία δεν έχει πειστεί ότι το νέο που αναζητά υπάρχει ήδη. Τα παραδοσιακά κόμματα δυσκολεύονται να ανανεώσουν το αφήγημά τους. Τα νέα εγχειρήματα δεν έχουν ακόμη αποδείξει ότι μπορούν να σταθούν με σοβαρότητα. Και οι θεσμοί, τραυματισμένοι από σκάνδαλα και παρεμβάσεις, δεν έχουν ανακτήσει την αξιοπιστία που απαιτείται για να λειτουργήσουν ως σταθεροποιητικός παράγοντας.
Όσο σκοτεινό κι αν μοιάζει το πολιτικό τοπίο, η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι κοινωνίες βρίσκουν τον δρόμο τους όταν οι πολίτες αποφασίσουν να σταθούν όρθιοι. Η Ελλάδα έχει περάσει κρίσεις, τραγωδίες, οικονομικές καταρρεύσεις και πολιτικές διαψεύσεις, όμως πάντοτε κατάφερνε να ξανασηκωθεί. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και τώρα. Η αλλαγή δεν θα έρθει από σωτήρες, ούτε από πρόσωπα που υπόσχονται εύκολες λύσεις. Θα έρθει από μια κοινωνία που απαιτεί σοβαρότητα, λογοδοσία και σεβασμό. Από πολίτες που δεν συμβιβάζονται με το λίγο και δεν φοβούνται να διεκδικήσουν το καλύτερο.
Η επόμενη μέρα δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Είναι ανοιχτή, όπως ανοιχτή είναι και η δυνατότητα να ξαναχτίσουμε την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να διαμορφώσουμε ένα πολιτικό σύστημα που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χώρας και στις προσδοκίες των παιδιών μας. Η αισιοδοξία δεν είναι αφέλεια. Είναι επιλογή. Και η αφύπνιση δεν είναι σύνθημα. Είναι υποχρέωση. Αν κάτι μας διδάσκει η εποχή που ζούμε, είναι ότι τίποτα δεν αλλάζει αν δεν αλλάξουμε πρώτα εμείς. Και όταν μια κοινωνία αποφασίσει να ωριμάσει, τότε ωριμάζει και η πολιτική της.
Το μέλλον δεν θα μας χαριστεί. Θα το κερδίσουμε. Με καθαρό βλέμμα, με απαιτήσεις, με ευθύνη και με πίστη ότι αυτή η χώρα μπορεί να γίνει καλύτερη από όσο μας έμαθαν να πιστεύουμε. Και αυτό είναι πάντα η αρχή κάθε πραγματικής αλλαγής.






