Κεντρική Ελλάδα

Κάθε Δευτέρα – Κάτω από το χαλί – Η Κόκκινη Γραμμή… Γιατί οι ηγέτες που ονειρεύτηκαν μια ισχυρή Ελλάδα πλήρωσαν με τη ζωή τους; – Toυ Στάθη Σαράντη

Υπάρχει μια πληγή στην ελληνική ιστορία που σπανίως συζητιέται ανοιχτά σε δημόσιο λόγο και ακόμη σπανιότερα διδάσκεται. Είναι η ιστορία εκείνων των Ελλήνων που τόλμησαν να κοιτάξουν κατάματα τις ξένες δυνάμεις και να αρνηθούν τον ρόλο του υπάκουου προτεκτοράτου. Είναι η ιστορία ανθρώπων που δεν έσκυψαν το κεφάλι, που οραματίστηκαν μια Ελλάδα ισχυρή, ανεξάρτητη, με δικό της βηματισμό, και που πλήρωσαν γι’ αυτό το όνειρο με τον πιο βαρύ τρόπο: με τη ίδια τους τη ζωή. Η λίστα είναι μακρά και βαθιά τραγική. Ενδεικτικά αναφέρομαι στο 1913, όταν ο Βασιλιάς των Ελλήνων Γεώργιος Α΄ δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη υπό μυστηριώδεις συνθήκες, ανοίγοντας τον δρόμο για τον Εθνικό Διχασμό. Το 1963 η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη από μέλη του ακροδεξιού παρακράτους, σε άμεση συνεργασία με στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας. Ο Λαμπράκης, βουλευτής της ΕΔΑ, γιατρός και διακεκριμένος αθλητής, υπήρξε εμβληματική μορφή του φιλειρηνικού κινήματος στην Ελλάδα. Η δολοφονία του προκάλεσε τεράστια πολιτική κρίση και λαϊκή οργή που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το 1989, η δολοφονία του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Παύλου Μπακογιάννη από την οργάνωση 17 Νοέμβρη υπήρξε γεγονός που επηρέασε βαθιά το πολιτικό σκηνικό της εποχής. Η δολοφονία του συγκλόνισε την Ελλάδα, καθώς συνέβη σε μια περίοδο ακραίας πολιτικής πόλωσης και ενώ ο ίδιος αποτελούσε τον βασικό αρχιτέκτονα της εθνικής συμφιλίωσης μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Σύμφωνα με πλήθος αναλύσεων, η δολοφονία του ήταν το γεγονός που καθιέρωσε την σύζυγο του Ντόρα (Θεοδώρα Μητσοτάκη – Μπακογιάννη) στην κεντρική πολιτική σκηνή και συνέβαλε στη μετέπειτα ενίσχυση της πολιτικής παρουσίας της οικογένειας Μητσοτάκη. Ακόμη πιο πίσω στον χρόνο, τον Απρίλιο του 1821, η δολοφονία του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγόριου Ε΄ (απαγχονίστηκε στην πύλη του Πατριαρχείου), έγινε σε μια προσπάθεια να αποκεφαλιστεί συμβολικά η ηγεσία του έθνους εν όψη της επανάστασης. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε τον απλό κόσμο, τους χιλιάδες αγνώστους ήρωες που έπεσαν σε όλους τους πολέμους, χωρίς όνομα, χωρίς μνημείο, αλλά με το ίδιο Ελληνικό αίμα.

Στην ανάλυση αυτή θα εξετάσουμε δύο πολιτικές προσωπικότητες με έντονες διαφοροποιήσεις, δύο προσωπικότητες που τους χωρίζει χρονικά ένας αιώνας αλλά βρίσκονται ενωμένοι από την ίδια μοίρα: ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Ιωάννης Μεταξάς. Η πορεία τους δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό τεκμήριο, αλλά μια διαρκή προειδοποίηση με έντονο αντίκτυπο στη σύγχρονη Ελλάδα.

Όταν ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο το 1828, η Ελλάδα ήταν μια ουσιαστικά ανύπαρκτη χώρα σε ένα γεωπολιτικό χώρο κατεστραμμένο, πεινασμένο και διαλυμένο από εμφύλιες έριδες. Οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής μπορεί να είχαν συμφωνήσει στη δημιουργία ενός ελληνικού κράτους, αλλά με όρους που θα το κρατούσαν αδύναμο και εξαρτημένο. Ο Καποδίστριας όμως δεν ήταν ούτε αφελής ούτε υποτακτικός. Ως πρώην υπουργός εξωτερικών του Τσάρου, γνώριζε καλά τα παιχνίδια της διπλωματίας. Αντί να γίνει το όργανο των ξένων δυνάμεων, επιχείρησε να οικοδομήσει ένα πραγματικά ανεξάρτητο κράτος από το μηδέν. Ίδρυσε τα πρώτα σχολεία, τα πρώτα νοσοκομεία, το πρώτο ταχυδρομείο. Οργάνωσε τον στρατό, πάταξε την πειρατεία, περιόρισε τη δύναμη των τοπικών οπλαρχηγών και κοτζαμπάσηδων. Αλλά ακριβώς αυτή η προσπάθεια να δώσει στην Ελλάδα δομή και αξιοπρέπεια τον έφερε αντιμέτωπο με τα πιο ισχυρά συμφέροντα. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι δεν ήθελαν έναν ισχυρό Κυβερνήτη. Ήθελαν έναν μονάρχη αδύναμο, που θα βασιζόταν αποκλειστικά στη δική τους προστασία. Οι ντόπιοι ισχυροί, που έχαναν τα προνόμιά τους, συνωμότησαν μαζί τους. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, έξω από τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, ο Καποδίστριας μαχαιρώθηκε θανάσιμα από μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη. Η επίσημη εκδοχή μίλησε για οικογενειακή βεντέτα. Η αλήθεια είναι πως ήταν ξεκάθαρα μια πολιτική δολοφονία που εξυπηρετούσε τα σχέδια των ξένων. Με τον Καποδίστρια νεκρό, ο δρόμος άνοιξε για την άφιξη του Όθωνα, ενός δεκαεπτάχρονου Βαυαρού που θα κυβερνούσε ως υποχείριο των προστατών του. Η ανεξάρτητη Ελλάδα πέθανε μαζί με τον πρώτο της Κυβερνήτη.

Πάνω από εκατό χρόνια αργότερα, η ιστορία επαναλήφθηκε με παρόμοιο τρόπο. Ο Ιωάννης Μεταξάς ανέλαβε με πραξικόπημα την εξουσία στις 4 Αυγούστου 1936, μετά από μια δεκαετία πολιτικού διχασμού, οικονομικής κρίσης και κοινωνικής αποσύνθεσης. Η Ελλάδα ήταν την περίοδο εκείνη ένα κράτος βαθιά πληγωμένο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, χωρισμένο σε Βενιζελικούς και Βασιλόφρονες, ανίκανο να πάρει μια σοβαρή απόφαση χωρίς την άδεια των ξένων. Ο Μεταξάς εγκαθίδρυσε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με σαφή στόχο να δημιουργήσει ένα πειθαρχημένο, οργανωμένο και αμυντικά ισχυρό κράτος. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα χτίστηκαν οχυρά στη γραμμή του βορρά, οργανώθηκε η νεολαία, δημιουργήθηκε το ΙΚΑ. Κι όταν τον Οκτώβριο του 1940 ο Μουσολίνι του ζήτησε να επιτρέψει την είσοδο ιταλικών στρατευμάτων, ο Μεταξάς είπε το περίφημο «ΟΧΙ». Η ελληνική άμυνα ήταν συντριπτική. Το αμυντικό σχέδιο του Μεταξά και του Αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου λειτούργησε υποδειγματικά. Οι Ιταλοί όχι μόνο απωθήθηκαν, αλλά κυνηγήθηκαν μέσα στην Αλβανία. Αυτή η νίκη όμως αποδείχθηκε μοιραία για τον ίδιο. Ο Χίτλερ ήταν αναγκασμένος να παρέμβει για να σώσει τον σύμμαχό του. Και ο Μεταξάς, ρεαλιστής όπως ήταν, άρχισε να εξετάζει σοβαρά μια διπλωματική έξοδο. Υπήρχε πρόταση από τη γερμανική πλευρά για ειρήνη: Κατάπαυση του πυρός, αποστρατικοποιημένη ζώνη και η Ελλάδα θα κρατούσε τα εδάφη που κατέλαβε στην Αλβανία. Ο Μεταξάς δεν ήθελε να ρίξει τη χώρα σε μια απεγνωσμένη μάχη με την πανίσχυρη Γερμανία, ειδικά όταν η βοήθεια των Βρετανών ήταν αναιμική. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ όμως είχε διαφορετικό σχέδιο. Ήθελε τους Γερμανούς να εμπλακούν στην Ελλάδα για να καθυστερήσουν την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Μια ελληνική ειρήνη θα χάλαγε αυτό το σχέδιο. Στα τέλη Ιανουαρίου του 1941, ο Μεταξάς αρρώστησε ξαφνικά. Οι γιατροί μίλησαν για φλεγμονή του φάρυγγα. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, αλλά η κατάστασή του επιδεινώθηκε ραγδαία. Μέσα σε λίγες ημέρες ήταν νεκρός. Η επίσημη αιτία θανάτου καταγράφηκε ως σηψαιμία. Σύγχρονες όμως έρευνες που βασίζονται σε βρετανικά και γερμανικά αρχεία υποστηρίζουν ότι ο Μεταξάς δηλητηριάστηκε από Βρετανούς πράκτορες. Η Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων των Άγγλων, είχε ήδη έτοιμο σχέδιο ανατροπής του. Με τον Μεταξά νεκρό, η εξουσία πέρασε σε αδύναμους διαδόχους. Δύο μήνες αργότερα, οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα και η χώρα βίωσε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ιστορίας της που ονομάστηκε Γερμανική κατοχή.

Η παραλληλία ανάμεσα στους δύο άνδρες είναι εκκωφαντική. Ο Καποδίστριας και ο Μεταξάς, είναι δύο διαφορετικές προσωπικότητες. Ο πρώτος μια μορφή του Διαφωτισμού, ο δεύτερος μια αυταρχική φιγούρα του μεσοπολέμου. Δεν είχαν ίδια ιδεολογία, αλλά είχαν το ίδιο φρόνημα. Και οι δύο αντιλήφθηκαν ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να είναι ισχυρή αν παρέμενε υπάκουο όργανο στα χέρια των ξένων. Και οι δύο επιχείρησαν να οικοδομήσουν κράτος από την αρχή. Και οι δύο δημιούργησαν θεσμούς, στρατό, παιδεία. Και οι δύο έγιναν αντιληπτοί ως απειλή από τα ξένα κέντρα αποφάσεων. Και οι δύο δολοφονήθηκαν. Η μία δολοφονία ήταν φανερή, εν ψυχρώ, με μαχαίρι. Η άλλη ήταν ύπουλη, με δηλητήριο. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: η Ελλάδα έμεινε ακέφαλη, αδύναμη, και παραδόθηκε σε ξένους κηδεμόνες. Μετά τον Καποδίστρια, ήρθαν οι Βαυαροί. Μετά τον Μεταξά, ήρθε η Κατοχή.

Σήμερα, τα ονόματα του Καποδίστρια και του Μεταξά επιβιώνουν, ως ιστορικά πρόσωπα, αλλά η ουσία τους έχει αδειάσει. Ο πρώτος διδάσκεται στα σχολεία ως ο «αυστηρός αλλά δίκαιος Κυβερνήτης», και ο δεύτερος ως ο «φασίστας δικτάτορας που, καθαρά από τύχη, είπε το ΟΧΙ». Ποτέ δεν τους αναγνωρίζεται το πιο ουσιαστικό τους γνώρισμα: η ανεξάρτητη σκέψη, η άρνηση της υποτέλειας. Δεν συμφέρει το σύστημα να δημιουργήσει πρότυπα ηγετών που κόστισαν την ίδια τους τη ζωή για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Συμφέρει πολύ περισσότερο να διαιωνίζεται η εικόνα ενός λαού ανίκανου να παράξει ισχυρούς ηγέτες, και επομένως έχοντες ανάγκη από ξένους κηδεμόνες. Και σήμερα αυτό είναι πλέον ξεκάθαρο και σε πολύ μεγάλο βαθμό το έχουν κατορθώσει.

Η Κόκκινη Γραμμή παραμένει εκεί, χαραγμένη με το αίμα του Καποδίστρια, του Μεταξά και τόσων άλλων Ελλήνων ηρώων που έβαλαν την πατρίδα πάνω από τον εαυτό τους. Είναι το όριο όπου δοκιμάζεται το θάρρος, η ακεραιότητα και η πίστη στο μέλλον του έθνους. Για να την περάσει κανείς για να γράψει Ιστορία χρειάζεται όραμα και πυγμή, ξέροντας ότι η μοίρα δεν σου χαρίζει τίποτα αν δεν το διεκδικήσεις. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει σήμερα Έλληνας ηγέτης έτοιμος να σηκώσει αυτό το βάρος, αλλά αν είμαστε έτοιμοι ως λαός να στηρίξουμε εκείνον που θα το τολμήσει. Γιατί όταν το Ελληνικό έθνος αποφασίσει να σταθεί όρθιο, τότε κανείς δεν μπορεί να το σταματήσει.