Παραπολιτικά

Κάθε Δευτέρα – Κάτω από το χαλί – Ανάσταση Χριστού, Ανάσταση Ελλάδας – Toυ Στάθη Σαράντη

Σε κάθε εποχή οι λαοί δοκιμάζονται. Άλλοτε από εξωτερικές απειλές και άλλοτε από εσωτερικές ρωγμές. Η Ελλάδα, τόπος που έμαθε να ζει ανάμεσα σε κορυφές και γκρεμούς, γνώρισε την ευλογία του φωτός αλλά και το βάρος του Σταυρού. Κι όμως, μέσα σε κάθε περίοδο κρίσης, σε κάθε σκοτεινή στροφή της ιστορίας, κάτι βαθύτερο παρέμενε ακλόνητο — η βεβαιότητα πως αυτός ο λαός δεν προορίζεται για την αφάνεια. Πως η τελευταία λέξη δεν γράφεται ποτέ στο σκοτάδι, αλλά στο φως.

Η Ανάσταση του Χριστού, που κάθε χρόνο μας αγγίζει ως υπόσχεση και υπενθύμιση, δεν συνιστά απλώς θρησκευτική κορύφωση. Αποτελεί υπαρξιακή πρόταση. Πρόσκληση να αντικρίσουμε τον εαυτό μας και την πατρίδα μας όχι όπως είναι, αλλά όπως μπορούν να γίνουν. Και ίσως, περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή, η Ελλάδα έχει σήμερα ανάγκη αυτή την προοπτική. Διότι η Ανάσταση δεν είναι έθιμο. Είναι απόφαση.

Ανατρέχοντας στην πρόσφατη ιστορία μας, διακρίνει κανείς πληγές που αργούν να επουλωθούν. Εμφυλίους πολέμους που χώρισαν αδέρφια, οικονομικές κρίσεις που διέλυσαν οικογένειες, κοινωνικές εντάσεις που άφησαν ανεξίτηλα σημάδια, απογοητεύσεις που κλόνισαν την πίστη όχι μόνο στους θεσμούς αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό. Η χώρα διήλθε περιόδους όπου η ελπίδα έμοιαζε πολυτέλεια και η αισιοδοξία αφέλεια.

Κι όμως, μέσα σε αυτές τις δυσκολίες, η Ελλάδα δεν έσβησε. Δεν διαλύθηκε ούτε παραδόθηκε. Διότι φέρει μια ιδιαιτερότητα: στηρίζεται αποκλειστικά σε πνευματική κληρονομιά που δεν αποτιμάται με δείκτες. Στηρίζεται σε μνήμη υπαρξιακή, όχι απλώς ιστορική. Μια γραμμή αίματος που ενώνει τις γενεές. Έχει ταυτότητα που σφυρηλατήθηκε από θυσίες.

Αυτή η μνήμη, αυτή η ταυτότητα, αυτή η βαθιά ριζωμένη αίσθηση ότι «η Ελλάδα δεν πεθαίνει», είναι που επιτρέπει να μιλούμε σήμερα για Ανάσταση όχι ως μεταφορά, αλλά ως πραγματική δυνατότητα.

Όταν πλησιάζει το Πάσχα, οι εκκλησίες γεμίζουν, τα σπίτια φωτίζονται, οι ευχές ανταλλάσσονται. Η ουσία ωστόσο δεν βρίσκεται στην τελετουργία, αλλά στην εσωτερική μεταμόρφωση. Η Ανάσταση είναι η στιγμή που ο άνθρωπος καλείται να σηκωθεί από το βάρος της συνήθειας, της αδράνειας, της παραίτησης. Καλείται να σπάσει τα δεσμά που τον κρατούν καθηλωμένο. Πρέπει να θυμηθεί ποιος είναι.

Το κάλεσμα αυτό αφορά εξίσου και την Ελλάδα. Η πατρίδα δεν αναγεννιέται με συνθήματα ή ευχές. Αναγεννιέται όταν οι άνθρωποί της αποφασίζουν να ζήσουν με αλήθεια. Όταν επιλέγουν την ευθύνη αντί της μοιρολατρίας, την ενότητα αντί της διχόνοιας, την πίστη αντί του κυνισμού.

Η Ανάσταση του Χριστού δεν αποτελεί ιστορική ανάμνηση, αλλά ζωντανή δύναμη που καλεί τον άνθρωπο να γίνει φορέας φωτός. Και ένας λαός που ξαναβρίσκει το φως του, ξαναβρίσκει αναπόφευκτα και τον δρόμο του.

Παρά τις αντιξοότητες και τις σκιές που πέρασαν πάνω από τη χώρα, το Φως δεν έσβησε. Παρέμεινε ζωντανό στις οικογένειες που κράτησαν την αξιοπρέπειά τους, στους νέους που συνέχισαν να ονειρεύονται, στους ανθρώπους που παρά τα εμπόδια εξακολούθησαν να δημιουργούν, να προσφέρουν, να στηρίζουν ο ένας τον άλλον.

Αυτό το Φως είναι που καθιστά την Ελλάδα ανθεκτική στον χρόνο. Το ίδιο Φως που έκανε γενιές ολόκληρες να σηκωθούν μετά από πολέμους, καταστροφές, κατοχές και κρίσεις. Το Φως που δεν επιτρέπει στον λαό αυτόν να χαθεί μέσα στη λήθη ή την παραίτηση.

Σήμερα, το Φως αυτό επιστρέφει εντονότερο από ποτέ. Όχι επειδή οι συνθήκες έγιναν ευκολότερες, αλλά διότι η ανάγκη έγινε επιτακτικότερη. Η ανάγκη για νόημα. Για ενότητα. Για πίστη.

Ωστόσο, η πίστη δίχως έργα είναι νεκρή. Η Ανάσταση ως απόφαση προϋποθέτει να κοιτάξουμε κατάματα τα τραύματα του παρόντος. Δεν μπορούμε να μιλούμε για αναγέννηση αν πρώτα δεν ονομάσουμε τις πληγές που αιμορραγούν.

Το δημογραφικό συνιστά ίσως τη σοβαρότερη υπαρξιακή απειλή. Η Ελλάδα γερνά με ρυθμούς ταχύτερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα χωριά ερημώνουν, τα σχολεία κλείνουν, η ύπαιθρος μετατρέπεται σε τοπίο σιωπής. Η νέα γενιά είτε μεταναστεύει αναζητώντας αξιοπρέπεια είτε αναβάλλει επ’ αόριστον τη δημιουργία οικογένειας, συνθλιμμένη από οικονομική ανασφάλεια και στεγαστικό αδιέξοδο. Το κόστος στέγασης έχει εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα ύψη, καθιστώντας το όνειρο της αυτονομίας άπιαστο για χιλιάδες νέους ανθρώπους. Το ζήτημα αυτό δεν λύνεται με ευχολόγια.

Συγχρόνως, το κύρος των θεσμών δοκιμάζεται καθημερινά. Η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο κράτος, στη Δικαιοσύνη, στο πολιτικό σύστημα, δεν είναι αποτέλεσμα αχαριστίας αλλά μακράς σειράς διαψεύσεων. Όταν ο πολίτης αισθάνεται απροστάτευτος, όταν η αξιοκρατία υποχωρεί μπροστά στη διαπλοκή, όταν η ευθύνη διαχέεται χωρίς να αποδίδεται ποτέ, τότε η ίδια η έννοια της κοινής προσπάθειας υπονομεύεται. Και μια χώρα που χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της, χάνει σταδιακά και την ικανότητα να οραματίζεται.

Παράλληλα, η παιδεία παραμένει πεδίο διαρκούς πειραματισμού χωρίς στρατηγικό βάθος. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν καλλιεργεί την κριτική σκέψη, που δεν συνδέεται με τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, που δεν εμπνέει δημιουργικότητα και καινοτομία, υποθηκεύει το μέλλον προτού καν αυτό γεννηθεί. Η Ελλάδα διαθέτει ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλής ποιότητας, το οποίο όμως συχνά μένει αναξιοποίητο ή διοχετεύεται σε άλλες χώρες. Η αιμορραγία ταλέντου είναι μια σιωπηλή εθνική ήττα που συντελείται καθημερινά.

Η καταγραφή των προβλημάτων δεν είναι πράξη ηττοπάθειας αλλά προϋπόθεση ανάτασης. Διότι μόνο όταν αναγνωρίζεις το σκοτάδι μπορείς να αναζητήσεις το φως. Και το φως, ευτυχώς, υπάρχει. Αρκεί η βούληση να το ανάψουμε.

Στο δημογραφικό, η λύση απαιτεί τολμηρές πολιτικές με ορίζοντα δεκαετίας και όχι εκλογικού κύκλου. Χρειάζονται ουσιαστικά κίνητρα για νέα ζευγάρια, προσιτή στέγη, ενίσχυση των δομών φροντίδας βρεφών και νηπίων, στήριξη της εργαζόμενης μητέρας με τρόπο ουσιαστικό και όχι επικοινωνιακό. Η επιστροφή της νέας γενιάς από το εξωτερικό δεν θα επιτευχθεί με ευχές αλλά με δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και ένα κράτος που λειτουργεί ως σύμμαχος, όχι ως εμπόδιο.

Στο πεδίο των θεσμών, η απάντηση είναι η διαφάνεια και η λογοδοσία. Η Ελλάδα χρειάζεται μια Δικαιοσύνη ταχεία και ανεξάρτητη, που θα αποκαταστήσει το αίσθημα ισονομίας. Χρειάζεται πολιτικό σύστημα που θα εμπνεύσει ξανά, όχι με λόγια αλλά με πράξεις συνέπειας. Η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται με διαγγέλματα, χτίζεται καθημερινά με παραδειγματική συμπεριφορά και σεβασμό στον πολίτη.

Στην παιδεία, το ζητούμενο είναι η σταθερότητα και η σύνδεση με την πραγματική ζωή. Ένα σχολείο που διδάσκει σκέψη και όχι παπαγαλία, που ενθαρρύνει την καινοτομία, που καλλιεργεί δεξιότητες χρήσιμες στον σύγχρονο κόσμο, είναι η μεγαλύτερη επένδυση που μπορεί να κάνει αυτή η χώρα. Και δίπλα στο σχολείο, η οικογένεια. Διότι η αγωγή ξεκινά από το σπίτι. Από γονείς που διδάσκουν με το παράδειγμά τους την αξία της προσπάθειας, του σεβασμού, της αλήθειας.

Στην οικονομία, η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα: τον πρωτογενή τομέα, τον τουρισμό υψηλής προστιθέμενης αξίας, την ενέργεια, την τεχνολογία. Όχι με λογική επιδομάτων και παροχών χωρίς αντίκρισμα, αλλά με ένα παραγωγικό μοντέλο που δημιουργεί πλούτο και τον διαχέει δίκαια. Η ανάπτυξη δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι το μέσο για να ζουν οι άνθρωποι με αξιοπρέπεια.

Η Ανάσταση της Ελλάδας δεν είναι ουτοπία. Είναι επιλογή. Είναι η καθημερινή απόφαση να σηκωνόμαστε και να παλεύουμε για ένα αύριο αντάξιο της ιστορίας μας. Είναι η άρνηση να παραδοθούμε στην εύκολη γκρίνια και τον μηδενισμό. Είναι η πίστη ότι κάθε μικρή πράξη ευθύνης, κάθε προσπάθεια για το καλύτερο, κάθε στιγμή που επιλέγουμε το φως αντί για το σκοτάδι, έχει σημασία.

Η Ανάσταση του Χριστού μάς υπενθυμίζει ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Και η Ανάσταση της Ελλάδας θα είναι η απόδειξη ότι ένας λαός μπορεί να ξαναγεννηθεί όταν θυμηθεί ποιος πραγματικά είναι.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, το μήνυμα αυτό είναι επίκαιρο. Διότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς λύσεις. Χρειάζεται αναγέννηση. Ψυχές που θα σταθούν όρθιες. Ανθρώπους που θα πουν με καθαρή καρδιά:

«Χριστός Ανέστη — και μαζί Του, ας αναστηθεί και η Ελλάδα.»