Νεκρός είναι ο Σαΐφ αλ Ισλάμ Καντάφι, ο γνωστότερος από τους γιους του πρώην δικτάτορα της Λιβύης, Μουαμάρ Καντάφι, και δυνητικά διάδοχός του, όπως μετέδωσαν απόψε πολλά λιβυκά Μέσα Ενημέρωσης.
Ο 53χρονος Σαΐφ αλ Ισλάμ Καντάφι ήταν καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Το 2015 καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από λιβυκό δικαστήριο, για την καταστολή των ειρηνικών διαδηλώσεων του 2011 που οδήγησαν στην ανατροπή του πατέρα του. Στη συνέχεια όμως του χορηγήθηκε αμνηστία.
Ο Σαΐφ αλ Ισλάμ Καντάφι
Σύμφωνα με το τηλεοπτικό κανάλι Libya al-Ahrar, «πρόσωπα στο στενό περιβάλλον» του Καντάφι επιβεβαίωσαν τον θάνατό του «χωρίς να αποκαλύψουν τα αίτια».
Από την πλευρά του, το επίσημο ειδησεογραφικό πρακτορείο της Λιβύης, επικαλέστηκε τον σύμβουλό του, τον Αμπντάλα Οθμάν, ο οποίος δεν διευκρίνισε εάν επρόκειτο για «θάνατο από φυσικά αίτια» ή για «δολοφονία».
Το κανάλι Al Arabiya ωστόσο μετέδωσε, επικαλούμενο μια πηγή προσκείμενη στην οικογένεια Καντάφι, ότι ο Σαΐφ αλ Ισλάμ πυροβολήθηκε στον κήπο του στην πόλη Ζεντέν από τέσσερα άτομα που διέφυγαν.
Ο Καντάφι είχε ανακοινώσει το 2021 ότι σκόπευε να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία της χώρας, όμως οι εκλογές που επρόκειτο να διεξαχθούν τότε αναβλήθηκαν επ’ αόριστον.
Μέχρι και τη σημερινή ανακοίνωση του θανάτου του, ήταν άγνωστο το πού βρισκόταν ο Σαΐφ αλ Ισλάμ Καντάφι.
Ποιος ήταν ο Σαΐφ αλ Ισλάμ Καντάφι
Ήταν ο δεύτερος γιος του εκλιπόντος Λίβυου ηγέτη Μουάμαρ Καντάφι και της δεύτερης συζύγου του, Σαφία Φαρκάς. Αποτελούσε μέλος του στενού κύκλου του πατέρα του, αναλαμβάνοντας ρόλους δημοσίων σχέσεων και διπλωματικής εκπροσώπησης εκ μέρους του.
Παρότι του προσφέρθηκε η δεύτερη υψηλότερη θέση στο κράτος, την αρνήθηκε δημόσια και δεν κατείχε ποτέ επίσημο κυβερνητικό αξίωμα.
Σύμφωνα με αξιωματούχους του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ στην Τρίπολη, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του πατέρα του ήταν το δεύτερο πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο στη Λιβύη και κατά περιόδους λειτουργούσε ως de facto πρωθυπουργός. Συχνά αναφερόταν ως πιθανός διάδοχος του πατέρα του, κάτι που ο ίδιος απέρριπτε.
Στις 27 Ιουνίου 2011, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που αφορούσαν τη δολοφονία και δίωξη αμάχων Λίβυων, βάσει των άρθρων 7(1)(α) και 7(1)(η) του Καταστατικού της Ρώμης. Ο ίδιος αρνήθηκε τις κατηγορίες.
Στις 19 Νοεμβρίου 2011, μετά το τέλος του Λιβυκού Εμφυλίου Πολέμου, συνελήφθη στη νότια Λιβύη από την πολιτοφυλακή της Ζιντάν και μεταφέρθηκε αεροπορικώς εκεί. Στις 28 Ιουλίου 2015 καταδικάστηκε σε θάνατο από δικαστήριο της Τρίπολης για εγκλήματα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, σε μια δίκη που διεξήχθη ερήμην του και επικρίθηκε ευρέως. Παρέμεινε υπό κράτηση των de facto ανεξάρτητων αρχών της Ζιντάν.
Στις 10 Ιουνίου 2017 αφέθηκε ελεύθερος, σύμφωνα με ανακοίνωση του Τάγματος Αμπού Μπακρ αλ-Σιντίκ. Αργότερα τον ίδιο μήνα, η κυβέρνηση με έδρα το Τομπρούκ, υπό τον Χαλίφα Χαφτάρ, ανακοίνωσε την πλήρη αμνηστία του.
Ωστόσο, έως τον Δεκέμβριο του 2019 εξακολουθούσε να καταζητείται βάσει του εντάλματος του ΔΠΔ. Στις 14 Νοεμβρίου επιχείρησε να εγγραφεί ως υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές της Λιβύης το 2021, αλλά αρχικά απορρίφθηκε.
Η απόφαση αυτή ανατράπηκε λιγότερο από έναν μήνα αργότερα και επανήλθε ως υποψήφιος.






