Κεντρική Ελλάδα

Κάθε Δευτέρα – Κάτω από το χαλί – “Αγώνας έως εσχάτων. Η μάχη για τη γη, την τροφή και την εθνική επιβίωση” – Toυ Στάθη Σαράντη

Σχεδόν κανείς δεν περίμενε το 2026 να είναι μια χρονιά ειρήνης, και μόλις τρεις ημέρες μετά την έναρξή της επιβεβαιώθηκαν οι χειρότεροι φόβοι. Σε έναν κόσμο που φλέγεται και αναδιατάσσεται, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται – μια αλήθεια που, δυστυχώς, θα εξακριβώσουμε με οδυνηρό τρόπο στο τέλος αυτής της πορείας.

Εμείς, ως μια χώρα που έχουμε γνωρίσει επανειλημμένα στην ιστορία μας τι σημαίνει στην πραγματικότητα ο όρος «σύμμαχος» και «φίλος» και πόσο εύκολα μεταβάλλονται οι διεθνείς ισορροπίες εις βάρος των αδυνάμων, δεν επιτρέπεται να εφησυχάζουμε. Η εθνική μας ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από εξοπλισμούς, αλλά από την ικανότητά μας να παραμένουμε αυτόνομοι και απόλυτα παραγωγικοί.

Τα τρακτέρ που παρατάσσονται στις εθνικές οδούς και τα λιμάνια δεν είναι απλώς μια κραυγή απόγνωσης μιας επαγγελματικής τάξης. Είναι η τελευταία γραμμή άμυνας μιας κοινωνίας που κινδυνεύει να χάσει την επαφή της με τη γη που την τρέφει. Η απόφαση των αγροτών, των κτηνοτρόφων και των αλιέων για «αγώνα έως εσχάτων» δεν αφορά μόνο τα δικά τους εισοδήματα. Αφορά το δικαίωμα στη ζωή για όλους μας. Διότι η ιστορική αλήθεια είναι αμείλικτη: Χωρίς πρωτογενή τομέα δεν υπάρχει φαγητό, και χωρίς φαγητό δεν υπάρχει ζωή.

Αυτή η πορεία που ακολουθούν οι σημερινοί ηγέτες της ΕΕ οδηγεί μαθηματικά στην καταστροφή. Η τιμή του φαγητού στο ράφι θα εκτιναχθεί, η ποιότητα θα υποβαθμιστεί και η ελληνική περιφέρεια όπως και άλλες ευρωπαϊκές περιφέρειες θα ερημώσουν οριστικά. Μην νομίζεται ότι πρόκειται για σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Σιγά σιγά, όλα αυτά τα αγροτικά χωριά με την πλειοψηφία των ηλικιωμένων κατοίκων θα εγκαταλειφθούν. Μόνο στην Ιταλία, υπάρχουν 6.000 εγκαταλελειμμένα χωριά. Στην Ισπανία σχεδόν 3.000 και χιλιάδες ακόμη στη Γαλλία, την Πορτογαλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Φαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής υπαίθρου θα ερημώσει τις επόμενες δεκαετίες. Η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα είναι τρομακτική: χάσαμε ήδη το 25% των εκμεταλλεύσεων σε μια δεκαετία και ο μέσος όρος ηλικίας των παραγωγών αγγίζει τα 60 έτη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, σε μια ανόητη επίδειξη γεωπολιτικής πυγμής, αποφάσισε πρόσφατα να αυξήσει την οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία κατά επιπλέον 90 δισεκατομμύρια ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό των δεσμεύσεων και της βοήθειας από το 2022 έως το 2027 στο ιλιγγιώδες νούμερο των 320 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ο πόλεμος στην Ουκρανία κοστίζει πλέον για την Ευρώπη 170 εκατομμύρια ευρώ κάθε μέρα. Χρήματα των ευρωπαίων πολιτών που καίγονται στα πεδεία των μαχών. Πρόκειται για ποσά που προκαλούν ίλιγγο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι η Ουκρανία δεν είναι μέλος της ΕΕ και δεν έχει καμία τυπική ηθική δέσμευση να δαπανήσει ένα τόσο κολοσσιαίο ποσό, τη στιγμή που οι δικοί της πολίτες μαστίζονται από την ακρίβεια.

Η αντίφαση είναι προκλητική και με ανάλογη υποκρισία. Αν η ΕΕ αποφάσιζε να μειώσει αυτό το ποσό, κατά μόλις 52 δισεκατομμύρια ευρώ, (αντί για 320 δις έδινε 268 δις) θα μπορούσε να καλύψει πλήρως κάθε κόστος των προβλημάτων του πρωτογενούς τομέα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Με 52 δις, η Ευρώπη θα εξασφάλιζε την επισιτιστική της κυριαρχία, θα εκσυγχρόνιζε τις υποδομές της και θα προκαλούσε άμεσα μια οικονομική ανάπτυξη της τάξης τουλάχιστον των 150 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αντί για αυτό, επιλέγει να χρηματοδοτεί μια πολεμική μηχανή.

Για την Ελλάδα, το αναλογούν ποσό από αυτά τα 52 δις ευρώ είναι περίπου 3,5 δισεκατομμύρια. Είναι το κεφάλαιο κίνησης για την επανεκκίνηση της ελληνικής υπαίθρου. Με 3,5 δις, η Ελλάδα μπορεί να αλλάξει οριστικά το παραγωγικό της μοντέλο, να λύσει το ενεργειακό πρόβλημα των αγροτών και να θωρακίσει τη χώρα από τις εισαγωγές αμφίβολης ποιότητας προϊόντων.

Σήμερα, οι Έλληνες αγρότες βρίσκονται στους δρόμους διεκδικώντας τα αυτονόητα. Πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν κλείνει ένα μαντρί ή όταν ένα καΐκι οδηγείται στην απόσυρση, δεν χάνεται μόνο μια επιχείρηση. Χάνεται ένα κομμάτι της εθνικής μας κυριαρχίας. Μια χώρα που δεν μπορεί να θρέψει τον λαό της είναι μια χώρα υπό ομηρία. Σήμερα εισάγουμε προϊόντα από χώρες που δεν τηρούν κανέναν περιβαλλοντικό κανόνα, ενώ εξοντώνουμε τους δικούς μας παραγωγούς επειδή με τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν… «κοστίζουν».

Το συνολικό κόστος των αιτημάτων τους (από το αφορολόγητο πετρέλαιο και το πλαφόν στο ρεύμα, έως τον εκσυγχρονισμό του ΕΛΓΑ και την πάταξη των παράνομων ελληνοποιήσεων) ανέρχεται σε μόλις 680 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Με τα χρήματα τεσσάρων (4) ημερών πολέμου, η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει έναν ανθισμένο πρωτογενή τομέα για έναν ολόκληρο χρόνο.

Το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχουν λεφτά» καταρρίπτεται από την ίδια την ύπαρξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει στα χέρια της δισεκατομμύρια ευρώ που παραμένουν αδιάθετα ή κατευθύνονται σε έργα αμφίβολης προστιθέμενης αξίας και σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Αν η κυβέρνηση ήθελε πραγματικά να δώσει διέξοδο, θα μπορούσε να προχωρήσει σε μια τολμηρή ανακατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Τα 680 εκατομμύρια που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αγροτικών αιτημάτων θα μπορούσαν να αντληθούν άμεσα:

Από το σκέλος των χρημάτων που δεν απορροφούνται, καθώς και από το πρόγραμμα REPowerEU για τη μόνιμη μείωση του ενεργειακού κόστους και από τα κονδύλια του ψηφιακού μετασχηματισμού για τη δημιουργία συστημάτων ιχνηλασιμότητας που θα σταματούσαν τις ελληνοποιήσεις στο ράφι.

Η άρνηση της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει αυτά τα εργαλεία δεν είναι οικονομική, αλλά πολιτική. Είναι η επιλογή μιας «ρότας» που οδηγεί το καράβι του Κράτους συνειδητά στα βράχια, υπηρετώντας μια ατζέντα που θέλει τον αγρότη εξαρτημένο από επιδόματα και την παραγωγή συγκεντρωμένη σε ελάχιστα χέρια, πλήρως ελεγχόμενη.

Οι αγρότες στα μπλόκα δεν ζητούν ελεημοσύνη. Ζητούν τα εργαλεία για να παραμείνουν παραγωγικοί. Ζητούν το αυτονόητο δικαίωμα πρωτίστως να ζούνε με αξιοπρέπεια και δευτερευόντως να συνεχίσουν να προσφέρουν στην κοινωνία. Το κλείσιμο των δρόμων δεν είναι η καλύτερη επιλογή τους. Είναι όμως μια φωνή διαμαρτυρίας και ως τέτοια πρέπει να την δούμε.

Η λύση βρίσκεται στην «Έξυπνη Γεωργία». Μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, η τεχνολογία μπορεί να γίνει ο μαγνήτης που θα φέρει τους νέους πίσω στη γη. Με αισθητήρες εδάφους, με ρομποτικά συστήματα αρμέγματος και με ψηφιακές πλατφόρμες απευθείας πώλησης, χωρίς μεσάζοντες, μπορούν να μετατρέψουν τον κάματο σε επιχειρηματικότητα. Ο νέος αγρότης δεν πρέπει να είναι ένας ηρωικός επιζών, αλλά ένας σύγχρονος διαχειριστής τεχνολογίας που παράγει πλούτο και κερδίζει με την αξία του και απολαμβάνει ποιότητα ζωής. Αυτό όμως απαιτεί την επένδυση που η ΕΕ και η ελληνική κυβέρνηση αρνούνται πεισματικά να δώσουν.

Ο «αγώνας έως εσχάτων» είναι ένας αγώνας για την κοινή λογική. Είναι ο αγώνας για να σταματήσει η αιμορραγία δισεκατομμυρίων προς τα πολεμικά μέτωπα και να ξεκινήσει η επένδυση στη δική μας επιβίωση. Αν θέλουμε να έχουμε μέλλον ως Έθνος και ως Κράτος, πρέπει να αλλάξουμε τώρα τη «ρότα» μας. Να ορίσουμε πορεία προς την Ανάπτυξη. Και η Ανάπτυξη στην Ελλάδα μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τον Πρωτογενή τομέα και τον Τουρισμό. Αυτή είναι η δική μας βαριά βιομηχανία σήμερα.

Η κυβέρνηση έχει τα στοιχεία, έχει τους πόρους μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και έχει την ιστορική ευθύνη. Αν επιλέξει να αγνοήσει τα 680 εκατομμύρια που θα έσωζαν τον πρωτογενή τομέα, ενώ δέχεται αμαχητί τα δισεκατομμύρια για την Ουκρανία, τότε η επιλογή της είναι ξεκάθαρη: επιλέγει τη διαχείριση της παρακμής αντί για τη δημιουργία της ανάπτυξης.

Οι αγρότες βρίσκονται στους δρόμους για όλους εμάς. Μπορεί να μην συμφωνούμε όλοι με τις μεθόδους τους και πιθανόν να υπάρχουν πιο αποτελεσματικοί τρόποι διαμαρτυρίας. Όμως, όλοι γνωρίζουμε ποιο είναι το δίκαιο και το σωστό. Και όσο η γη μένει ακαλλιέργητη, το μέλλον της Ελλάδας υποθηκεύεται.

Είναι ώρα να ακούσουμε την κραυγή της υπαίθρου, πριν η σιωπή της γίνει μόνιμη και αναγκαστούμε να τρώμε σκουλήκια και έντομα. Αυτός είναι ο αγώνας μέχρις εσχάτων.