Αγαπητοί σύντροφοι, σήμερα θα μιλήσουμε για το «Ελληνικό επιχειρείν». Δύο λέξεις άκρως αντίθετες. Ελλάδα και Επιχειρηματικότητα. Ο Γιώργος, είναι ο 25χρονος ήρωας μας – βγαλμένος όχι από κάποιο παραμύθι, αλλά από την ελληνική πραγματικότητα. Ο Γιώργος, τελείωσε το Λύκειο με άριστα 19,7, έδωσε Πανελλήνιες με ένα μόνο όνειρο: Να φοιτήσει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Όμως, η μοίρα, που στην Ελλάδα έχει την τάση να μοιάζει σαν να στέκεσαι σε λάθος ουρά σε δημόσια υπηρεσία, είχε για αυτόν άλλα σχέδια. Δεν πέρασε στην αγαπημένη του Σχολή και για να μην χάσει το ακαδημαϊκό έτος, σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μια τυχαία και «απλή επιλογή» σε ένα έντυπο που του έδωσαν μία ημέρα, να το συμπληρώσει. Οι σπουδές στην Ελλάδα και η επαγγελματική σταδιοδρομία είναι σαν να διαλέγεις ποιο κυρίως πιάτο θα επιλέξεις από ένα κατάλογο που δεν καταλαβαίνεις τι γράφει. Στην τύχη και ότι κάτσει.
Ο Γιώργος είναι φιλότιμο παιδί από μία αστική οικογένεια της Θεσσαλίας. Κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του σε ακριβώς τέσσερα χρόνια, δουλεύοντας παράλληλα σε μια βιοτεχνία που έφτιαχνε τυρόπιτες στην περιοχή της Κυψέλης. Φανταστείτε το παράδοξο: το πρωί μελετούσε κείμενα του Καβάφη και ανέλυε τον Όμηρο και το απόγευμα παρασκεύαζε τυροπιτάκια και λουκανικόπιτες. Μια πραγματική προετοιμασία για τον ανταγωνισμό που καλούμαστε ως έθνος να αντιμετωπίσουμε στην παγκόσμια αγορά!
Με το πτυχίο στο χέρι, και αφού τελείωσε το στρατιωτικό του, ο Γιώργος περιπλανήθηκε από φροντιστήριο σε φροντιστήριο, προσπαθώντας να βρει μία αξιοπρεπή δουλειά. Έκανε όλα τα χαρτιά του, τρέχοντας σαν το σκυλί της γειτονιάς, για να διοριστεί έστω ως αναπληρωτής καθηγητής. Αλλά διαπίστωσε γρήγορα ότι στο «αξιόλογο» σύστημα της παιδείας, οι θέσεις ήταν ήδη κατειλημμένες από αδιόριστους συναδέλφους του με βουνά μορίων. Όλοι όμηροι σε ένα κομματικό αλισβερίσι. Τα μόρια του Γιώργου ήταν τόσα σαν να πηγαίνει με ποδήλατο σε πίστα Formula 1.
Έτσι, αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με το μόνο πράγμα που του απέμεινε και που το είχε μάθει καλά κατά τη διάρκεια των σπουδών του: το να παρασκευάζει πίτες. Έτσι η φιλολογία και η εκπαίδευση έχασε ένα καθηγητή αλλά η γαστρονομία κέρδισε ένα παρασκευαστή. Άκουσε για ένα πρόγραμμα χρηματοδότησης για νέους που είναι άνεργοι και αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα. Θα συμπλήρωνε την «Δήλωση Έναρξης Επιχειρηματικής Δραστηριότητας».
Και τώρα, με ένα φορητό υπολογιστή που αγόρασε την περσινή «Μαύρη Παρασκευή», ένα φλιτζάνι καφέ (χωρίς ζάχαρη, όπως του αρέσει) και την ιδέα να ανοίξει ένα μαγαζί με τυρόπιτες, είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του: το ελληνικό κράτος. Σε όλο του το μεγαλείο.
Πατάει «Υποβολή» στην ιστοσελίδα gov.gr και… η περιπέτεια αρχίζει! Το σύστημα του ζητάει περίπλοκα έγγραφα. Κάτι σαν τον αριθμό Στρατιωτικού Μητρώου του πατέρα του, το βιβλίο γεννήσεως του σκύλου του (αν δεν έχει σκύλο, τότε του γείτονα), την υπογραφή ενός μάγου από τη Σαμοθράκη και μια φωτογραφία του με τον Παρθενώνα στο φόντο για «επιβεβαίωση ταυτότητας». «Μα είναι δυνατόν;» μουρμουρίζει, ενώ η σελίδα «κολλάει» για «συντήρηση» – που στην ελληνική γλώσσα σημαίνει με απλά λόγια «θα το δούμε αύριο, μεθαύριο, ίσως του χρόνου».
Την ίδια στιγμή, σε μια άλλη χώρα, στην Εσθονία, η Μαρία – μια 28χρονη Ελληνίδα μετανάστης (μία απόφοιτη Πανεπιστημίου, από την στρατιά των νέων που έφυγε στο εξωτερικό για να αναζητήσει μια καλύτερη ζωή από αυτή που της πρόσφερε το Ελληνικό Κράτος) με το κινητό της τηλέφωνο – έχει ήδη ανοίξει επαγγελματική δραστηριότητα μέσα σε δεκαοκτώ λεπτά. Κυριολεκτικά! Από το κινητό της, ενώ πίνει καφέ με γάλα στο αεροδρόμιο, περιμένοντας πτήση για επαγγελματικό ταξίδι. Το ηλεκτρονικό τους σύστημα είναι σαν μαγικό ραβδί: δύο κλικ, και ιδού! Επιχείρηση έτοιμη, με τραπεζικό λογαριασμό, ηλεκτρονική υπογραφή και μηδενική γραφειοκρατία. «Ευχαριστούμε που επιλέξατε την Εσθονία», της στέλνει μήνυμα το κράτος. Η Μαρία γελάει και σκέφτεται: «Τόσο εύκολο; Ποιο εύκολο και από το να παραγγέλνεις σουβλάκι στην Ελλάδα!»
Την ίδια στιγμή, λίγο πιο δυτικά στη Δανία, ο Χανς, ένας 35χρονος «συνηθισμένος» Δανός πολίτης, έχει όχι μόνο ανοίξει ανώνυμη εταιρεία σε λιγότερο από μία ώρα, αλλά έχει λάβει και κρατική χορηγία σαν δώρο καλωσορίσματος. Το κράτος του προσφέρει δωρεάν φορολογικό σύμβουλο – ναι, δωρεάν! – που του λέει: «Αγαπητέ Χανς, για να έχεις μειωμένους φόρους θα ακολουθήσεις αυτή την έξυπνη πολιτική στην επιχείρηση σου». Στη συνέχεια, κλείνει με ηλεκτρονική εφαρμογή ραντεβού με έναν καθοδηγητή από το Πρόγραμμα Νέων Επιχειρήσεων που του λέει: «Μαζί θα σχεδιάσουμε το επιχειρηματικό σου σχέδιο και αν χρειαστείς κεφάλαιο μπορείς να δανειστείς με μηδενικό επιτόκιο για τα πρώτα χρόνια της δραστηριότητας σου». Ο Χανς νιώθει απόλυτα ασφαλής: το κράτος τον αγκαλιάζει, τον στηρίζει, τον σπρώχνει μπροστά.
Ας γυρίσουμε πάλι πίσω στον Γιώργο μας, τον Έλληνα μαχητή. Βρίσκεται στο τρίτο τμήμα της Εφορίας (μετά δύο καφέδες για να μην αποκοιμηθεί στην ουρά). Στα χέρια του τρία χαρτιά – ένα από το ΙΚΑ, ένα από το ΟΓΑ, και ένα μυστηριώδες «Έγγραφο Ε21» που κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς χρησιμεύει. Ο υπάλληλος πίσω από το γκισέ τον κοιτάζει με το βλέμμα που φωνάζει «δεν-είναι-δική-μου-αρμοδιότητα» και του λέει με αυστηρά υπηρεσιακό τόνο: «Πρέπει να πάτε στο δεύτερο όροφο για υπογραφή.» Ο Γιώργος γελάει νευρικά και λέει στον υπάλληλο «Ξέρετε έχω φέρει και το πιστοποιητικό από τον ζωολογικό κήπο ότι δεν είμαι ελέφαντας».
«Τουλάχιστον έχω χιούμορ», σκέφτεται. Συνεχίζει λοιπόν. Στην Ελλάδα, η επιχειρηματικότητα είναι ακραίο άθλημα: παιχνίδι αποφυγής με μπάλες χαρτούρας, μαραθώνιος με εμπόδια από σφραγίδες, και άλματα πάνω από στοίβες εγγράφων.
Μετά από αρκετές εβδομάδες, ο Γιώργος χάρη στην επιμονή του και οπλισμένος με χιούμορ, επιτέλους καταφέρνει να ανοίξει την επιχείρηση «Οι πίτες του Φιλόλογου», και ξεκινά πριν ακόμη εισπράξει, να πληρώνει φόρους σαν να είναι πολυεθνική, χωρίς χορηγίες, χωρίς καθοδηγητές και χωρίς δωρεάν συμβούλους. Η μόνη του «κρατική στήριξη» είναι οι συχνοί έλεγχοι που του γίνονται κυρίως για επιβολή προστίμων και άλλους ελεγκτικούς και εισπρακτικούς λόγους. Όταν απευθύνθηκε στην Τράπεζα για να ζητήσει ένα μικρό επιχειρηματικό δάνειο για να αγοράσει ένα σύγχρονο παρασκευαστή ο υπάλληλος πίσω από το γραφείο μόνο που δεν τον πέταξε έξω. «Δεν έχετε εισόδημα κύριε, πως θα πάρετε δάνειο; Εδώ είναι Τράπεζα δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα». Τα βασικότερα που έμαθε τα χρόνια του στο πανεπιστήμιο μέσα από την ανάλυση των αρχαίων κειμένων είναι να έχει επιμονή, προσήλωση στον στόχο και μεγάλη υπομονή.
Και για αυτό, ο Γιώργος δεν τα παρατάει. Αυτό είναι το πρώτο βασικό προτέρημα του Έλληνα επιχειρηματία – η αντοχή! Ενώ αλλού οι νέοι επιχειρηματίες σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη απολαμβάνουν την κρατική μέριμνα, ο Γιώργος και κάθε Γιώργος φτιάχνει το δικό του επιχειρηματικό σχέδιο σε καφενείο, με συμβουλές από τον θείο του που «ξέρει από εμπόριο» και από την μικρή εμπειρία του στη βιοτεχνία τυροπιτών, όπου έμαθε το σημαντικότερο μάθημα: να μην καίγεται η τυρόπιτα, ακόμα και αν καίγεται ο κώλος σου από τη βιασύνη. Το δεύτερο Προτέρημα; Το χιούμορ του! Γιατί μόνο στην Ελλάδα μπορείς να γελάς ακόμη και με την τραγωδία. «Ε, τουλάχιστον η γραφειοκρατία μας κρατάει σε φόρμα – τρέχουμε από υπηρεσία σε υπηρεσία σαν αθλητές που προπονούνται για τους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες!»
Αλλά πίσω από το γέλιο κρύβεται ένα γιγάντιο πρόβλημα: ενώ στον υπόλοιπο κόσμο το Κράτος είναι αρωγός και συν-«τρέχει» την επιχειρηματικότητα, εμείς στην Ελλάδα… έχουμε μια έκφραση που απεικονίζει την δική μας πραγματικότητα : «Τα ζώα μου, αργά» !!! Είναι σαν να σέρνουμε ένα καροτσάκι γεμάτο με χώμα στην ανηφόρα. Ο Γιώργος και κάθε επιχειρηματίας αποδείχθηκαν ήρωες. Αλλά αυτή η χώρα δεν χρειάζεται άλλους ήρωες που να υπερνικούν δυσκολίες που ο κρατικός μηχανισμός δημιουργεί. Χρειάζεται απλούς πολίτες με ιδέες, που η διαδρομή τους από το όνειρο στην πράξη να είναι σύντομη, ευχάριστη και παραγωγική χάρη στην συμπαράσταση του Κράτους. Το ταλέντο, οι ιδέες και η ψυχική δύναμη υπάρχουν άφθονα, όπως αποδεικνύει ο κάθε επιχειρηματίας που δεν τα παρατάει. Η αλλαγή πρέπει τώρα να έρθει από πάνω. Ας απαιτήσουμε ένα κράτος που αξίζει στους πολίτες του. Είναι στο χέρι μας.






